Για την αποχώρηση της Τουρκίας από την σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Μία ενδιαφέρουσα και συνάμα αρνητική είδηση από την Τουρκία, βρέθηκε στο προσκήνιο τις τελευταίες ημέρες. Και αναφερόμαστε στην απόφαση που έλαβε ο πρόεδρος της χώρας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για την αποχώρηση της χώρας του από την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την «πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας».[1]

Μάλιστα, αφορμή και θρυαλλίδα για την σύναψη της σύμβασης από τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπήρξε και η καταδίκη της Τουρκίας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για περιστατικό έμφυλης βίας, κάτι που μας ωθεί να πούμε πως η σύναψη της σύμβασης ενσωματώνει και τις πλαισιώσεις που λαμβάνει η εν-σώματη και λεκτική, έμφυλη βία στην Τουρκία, καθιστάμενη έτσι ένα ιδιαίτερο και σημαντικό πολιτικο-νομικό ‘προϊόν’ η εφαρμογή του οποίου επί του πεδίου πρέπει να αξιολογείται διαρκώς.

Το 2011, δέκα χρόνια πριν, το Συμβούλιο της Ευρώπης πρωταρχικά αναγνώρισε  το υπαρκτό πρόβλημα της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, την επιτέλεση γυναικοκτονιών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, θέτοντας ως διακύβευμα την δυνατότητα της εφαρμογής των προβλέψεων της ώστε να μην καταστεί ‘κενό γράμμα.’ Η απόφαση που έλαβε ο πρόεδρος Ερντογάν που εν προκειμένω απομακρύνει την Τουρκία από ένα πλαίσιο πρόληψης της έμφυλης βίας και καταπολέμησης της, δεν ενσκήπτει εν κενώ ή αλλιώς, μεταφυσικά.

Αντιθέτως, θεωρούμε πως εντάσσεται και λειτουργεί εντός του ιδιότυπου Τουρκικού καθεστώτος ‘εκτάκτου ανάγκης’ για την συγκρότηση του οποίου κρίσιμο ρόλο διαδραμάτισε το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του καλοκαιριού του 2016.

Το πραξικόπημα εκείνο, προβαλλόμενο σε ζωντανή μετάδοση και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιτάχυνε τις διεργασίες για την συγκρότηση ενός καθεστώτος ‘εκτάκτου ανάγκης’[2] το οποίο εγγράφει τους εξής όρους: Την κατασκευή εκ προοιμίου ‘εχθρών’ που μπορούν να έχουν κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό περιεχόμενο, οι οποίοι και δεν ‘απειλούν’ μόνο την ‘υπόσταση’ του Τουρκικού έθνους, αλλά και την ‘ταυτότητα’ του (ομοφυλόφιλοι), και την ‘πρόοδο’ που έχει συντελεσθεί επί προεδρίας Ερντογάν. Την άσκηση μορφών προληπτικής λογοκρισίας διαδικτυακού τύπου. Την θέσπιση σε εφαρμογή μίας σειράς διώξεων που έλαβαν τα πολιτικά χαρακτηριστικά μαζικών εκκαθαρίσεων, μετά από το στρατιωτικό πραξικόπημα, εντός κρατικού μηχανισμού: Στρατιωτικοί, δικαστικοί, εκπαιδευτικοί  (αλλά και δημοσιογράφοι), λαμβάνουν τον χαρακτηρισμό του ‘αντεθνικού δρώντος’ που δεν είναι παρά ‘εργαλεία’ εκείνων που απεργάζονται το ‘κακό’ της Τουρκίας (ηθικολογικού τύπου, συνωμοσιολογία). Οπότε εδώ έχουμε μία πιο συγκεκριμένη πολιτική-εννοιολογική κατασκευή του εσωτερικού ‘εχθρού’ του κράτους, που απαντάται και σε παρόμοια καθεστώτα.  Τον εμπρόθετο προσδιορισμό μίας, κατά τον Mitchell «ηθικής σταυροφορίας», αναμεμειγμένης με μία οιονεί καχυποψία, για στοιχεία που θεωρείται ό,τι αποκλίνουν της έννοιας της ‘Τουρκικότητας’ που διευρύνεται τόσο ώστε να συμπεριλάβει παραδοσιοκρατικά μοτίβα.

Την ανα-οριοθέτηση του τρόπου διεξαγωγής του κομματικού-πολιτικού ανταγωνισμού, με το κομματικό-πολιτικό σύστημα να έχει μεταβληθεί, τυπολογικά-πολιτικά, σε σύστημα των 2/3,[3] με την λειτουργία του   κοινοβουλευτικού  φιλο-κουρδικού ‘Δημοκρατικού κόμματος των λαών’ (ΗDP), να κυμαίνεται μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας, με τον επικεφαλής του Σελαχαντίν Ντεμιρτάς να έχει προφυλακισθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Το κομματικό-πολιτικό σύστημα των 2/3 είναι πολωτικού τύπου, προχωρώντας στη θέσπιση ορίων.

Η απόφαση για την αποχώρηση της Τουρκίας από την σύμβαση του 2011 για την προστασία των γυναικών, επιδιώκεται να εμβαπτισθεί στα νάματα ενός αξιακού-ηθικού ‘πανικού’ για τον ‘κίνδυνο΄ που αντιπροσωπεύουν οι ‘άλλοι’ και οι ‘αξίες’ που δεν συμβαδίζουν με τις πολιτισμικές-θρησκευτικές νόρμες, με τον πρόεδρο Ερντογάν να δηλώνει πως: «Δεν θα αφήσουμε περιθώρια σε μια χούφτα διεστραμμένους που προσπαθούν να μετατρέψουν την συζήτηση σε ένα εργαλείο εχθρότητας προς τις αρχές μας».[4]

Η αφήγηση[5] προτάσσει μία «άμεση κλήση στον πραγματικό λαό» (Ταγκυέφ), που εκ προοιμίου, όντας ‘αγνός’ και αξιομνημόνευτος για ό,τι ‘έχει’ (και ‘δεν έχουν οι άλλοι’), ‘απειλείται’ από την δράκα των ‘ανίερων’ που καθιστούν σε σημαία του μία σύμβαση ‘μη-Τουρκική.’

Έτσι, το καθεστώς, επιθυμώντας να συγκεκριμενοποιήσει την δράση του προσλαμβάνει περαιτέρω συνωμοσιολογικές όψεις, νοηματοδοτώντας και υποβιβάζοντας  την σύμβαση για την προστασία των γυναικών του 2011, σε ένα «εργαλείο εχθρότητας» και δη δυτικής εχθρότητας, που χρήζει προσαρμογών, αλλά, (ας προσέξουμε αυτό το σημείο), αποκοπής και ριζικής απόρριψης του ως   ‘ανάξιου’ και ‘πονηρού’ για τις Τουρκικές αρχές και την Τουρκική νεολαία,  στο σημείο όπου το ‘ορθά’ Τουρκικό ενδύεται το μανδύα του ‘αντιστασιακού’: Η χώρα μας αντιστέκεται στον εκφυλισμό, στον αλλοτριωτικό δυτικισμό, μάχεται και νικά,’ με έκφραση ‘νίκης’ να είναι η αποχώρηση της Τουρκίας από την σύμβαση.

Εντός των ναμάτων του πολιτικοϊδεολογικού ‘Ερντογανισμού’ που αποδίδει προτεραιότητα στην μορφή της πυρηνικής οικογένειας, στην ετεροφυλοφιλία ως διακριτή από οτιδήποτε ‘μιαρό’ και παράλληλα νομιμοποιούμενη από την ιερή σφραγίδα της θρησκείας και των Τουρκικών αρχών, η Τουρκίας ‘αναγεννάται’ δραστικά ώστε να αναδυθεί ως ριζικά νέα το 2023 με αφορμή την συμπλήρωση εκατονταετηρίδας από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας.

Με την αποχώρηση από την σύμβαση η έμφυλη και η ενδοοικογενειακή βία ρευστοποιούνται κατά τι δυνάμενες να  ενταχθούν  στην κατηγορία της προσωπικής ‘ιδιοτροπίας,’ του σεξισμού και της μάτσο ανδρικής συμπεριφοράς και νοοτροπίας, εκεί όπου η βία προς την γυναίκα δεν είναι παρά έκφραση όλων όσων χωρίζουν τον άνδρα από το θηλυκό υποκείμενο και όλων όσων τον ‘ξεχωρίζουν,’ με την βία αυτού του τύπου, να παραγάγει την γνώση του άνδρα που κυνηγά να λάβει ΄ό,τι του αξίζει.’ Γνώση επί του γυναικείου σώματος που φέρει ‘ίχνη’ μίας κουλτούρας που υιοθετεί όχι μόνο το ό,τι ‘ η γυναίκα το ήθελε,’ αλλά ό,τι κατά βάθος ξέρει η ίδια ό,τι ‘το αξίζει.’

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, θα προσθέταμε πως το Τουρκικό καθεστώς θα μπορούσε να τοποθετηθεί, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο προβάλλει τις καθαυτό ‘αξίες’ που το συνθέτουν, εναντιώμενο στην ‘παρακμή’ που επιφέρει η ‘ανωμαλία’ (η ομοφυλοφιλία δεν είναι απλά ‘παρέκκλιση’ αλλά η ‘ενσάρκωση’ της μη-κανονικότητας), στα «ρεύματα της νεοσυντηρητικής δεξιάς»,[6] για να παραπέμψουμε στην κατατοπιστική ανάλυση του Pierre-Andre Taguieff, με την συγκεκριμένη προσέγγιση, εκ-πεφρασμένη στην  ουσιώδη απόρριψη της συνθήκης,[7] να διασταυρώνεται με την απόπειρα απαγόρευσης του ‘Δημοκρατικού κόμματος των Λαών’ και την αφαίρεση της βουλευτικής ιδιότητας από έναν εκλεγμένο βουλευτή του.

Η διασταύρωση αυτή, εμπρόθετα, ανασύρει στην επιφάνεια το περιεχόμενο του καθεστώτος ‘εκτάκτου ανάγκης’ της Τουρκίας, με την οριζόντια και από τα άνω προς το κάτω προσέγγιση που έχει επιλέξει, παράγοντας την γλώσσα που αναγνωρίζει το ‘ξένο’ που είναι ‘περιττό.’

Ήδη οι διαδηλώσεις για την αποχώρηση και για την καταγγελία της σύμβασης από την Τουρκία,[8] πραγματοποιούνται στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα αστικά κέντρα, με την συμμετοχή και γυναικείων οργανώσεων,  τονίζοντας την σημασία αυτής για τις γυναίκες της χώρας, και την στροφή της Τουρκίας ιδίως τα τελευταία χρόνια, εντός της οποίας κυοφορήθηκε αυτή η επικίνδυνη απόφαση σε μία περίοδο πανδημικής κρίσης όπου και παρατηρείται αύξηση των περιστατικών άσκησης έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Στη βάση της η απόφαση αποχώρησης εκφράζει μία αντι-φιλελεύθερη θεώρηση και έναν αισθησιαρχικό αντι-δυτικισμό, με τις πρόνοιες της σύμβασης να θεωρούνται ασύμβατες με την Τουρκική ταυτότητα.

[1] Βλέπε σχετικά, Ξενάκη Κίττυ, ‘ «Ερντογάν, οι γυναίκες θα κερδίσουν αυτόν τον πόλεμο!»,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 22/03/2021, σελ. 48. Στάση καταγγελίας της σύμβασης έχουν λάβει επίσης η Ουγγαρία και η Πολωνία. Σε παρόμοιο πλαίσιο κινούνται η Σερβία και η Κροατία, κάτι που δείχνει τις τάσεις υποχώρησης από το πεδίο δραστικής αντιμετώπισης της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, θέτοντας στο επίκεντρο τις και πολιτικές διεργασίες που συντελούνται σε επίπεδο πρόσληψης των ‘αξιών.’

[2] Παραπέμποντας στον Νίκο Πουλαντζά, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για έναν Τουρκικό ‘αυταρχικό κρατισμό,’ μία εκ των βάσεων του οποίου είναι η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος όχι μόνο της νομοθετικής αλλά και της δικαστικής, όπως παρατηρείται στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια. Εάν επιλέγεται ο όρος καθεστώς ‘εκτάκτου ανάγκης,’ είναι γιατί ανταποκρίνεται περισσότερο στις επιδιώξεις της ανάλυσης μας, επιδιώξεις που σχετίζονται με την ανάδειξη των πολιτικοϊδεολογικών έως πολιτιστικών χαρακτηριστικών ή αλλιώς, αναφορών του Τουρκικού καθεστώτος. Σπέρματα της διαδικασίας μετεξέλιξης του Τουρκικού κράτους διακρίνονται και στην απόφαση μετατροπής της σε αμιγώς προεδρική δημοκρατία, απόφαση που χρονικά τοποθετείται πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Η πρόσληψη της πολιτικής από τον πρόεδρο Ερντογάν παραμένει ‘απο-καλυπτικής’ χροιάς.

[3] Η συμμαχία του κόμματος ‘Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης’ του προέδρου Ερντογάν με το κόμμα ‘Εθνικιστικής Δράσης’ του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, αποτελεί έναν εδραιωμένο, πολιτικά-ιδεολογικά πόλο εντός του Τουρκικού κοινοβουλίου, με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του Κεμάλ Κιλιντσάρογλου και το Καλό κόμμα της Μεράλ Ακσενέρ, να ασκούν αντιπολιτευτική κριτική, να στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα (ενίοτε με έντονο τρόπο), δρώντας υπό το πρίσμα του ‘Τουρκικού.’  Ιδίως από τότε που οι εξελίξεις στη γειτονική και εμπόλεμη Συρία συνέβαλαν στην μεγέθυνση του ‘φόβου’ περί της ‘Κουρδικής απειλής,’ το φιλο-Κουρδικό κόμμα θεωρήθηκε η αντανάκλαση ή αλλιώς, το ‘μακρύ χέρι’ της οργάνωσης του ‘PKK’ εντός Κοινοβουλίου. Το σχήμα των 2/3 επιζητεί την πολιτική συναίνεση επί των μείζονων θεμάτων.

[4] Βλέπε σχετικά, «Ερντογάν, οι γυναίκες θα κερδίσουν αυτόν τον πόλεμο!»…ό.π. Υπό το ως άνω πρίσμα της Ερντογανικής ρητορικής, θα τονίσουμε πως διαπλέκονται οι ομοφοβικές εγκλήσεις (η σύμβαση προβλέπει την απαγόρευση διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού), με την σκιαγράφηση μίας ‘οικογενειακότητας’ που καθίσταται ‘Τουρκική’ διότι αναδεικνύει τις ‘ορθές’ κατευθύνσεις, που καθίσταται ‘σημαίνουσα’ διότι ‘διαπαιδαγωγεί’ έναντι μίας «χούφτας διεστραμμένων», με τον πρόεδρο να ανάγεται στο ύψος του πρώτου ‘παιδαγωγού’ του έθνους σχετικά με το είναι σωστό, αξιακά-σεξουαλικά, οικογενειακά, όπως επίσης και σχετικά με το τι αξίζει να ειπωθεί και να κρατηθεί: Ως εκ τούτου, η σύμβαση δεν είναι παρά η ‘ενσάρκωση’ των διαστροφών που δεν έχουν θέση εντός της Τουρκικής κοινωνίας.

[5]  Ο πρόεδρος Ερντογάν αυτο-προσδιορίζεται και ανεβαίνει στα βάθρα του ‘ρήτορα’ και του ‘κήνσορα,’ του ‘ηγέτη’ (προσωποπαγές καθεστώς) που ‘βλέπει μπροστά’ και διαβλέπει τους κινδύνους πριν από τους άλλους (ο Ερντογάν ως σύγχρονος ‘προφήτης’).

[6] Βλέπε σχετικά, Ταγκυέφ Πιερ-Αντρέ, ‘Ο λαϊκισμός στην Ευρώπη,’ Μετάφραση-Σημειώσεις: Πανταζόπουλος Ανδρέας, Περιοδικό ‘Νέα Εστία,’ Τόμος 164ος, Τεύχος 1816, 2008, σελ. 850.

[7] Ένα άλλο ερώτημα έχει σχέση με το πως εφαρμόσθηκε η συνθήκη αυτή στην Τουρκία την τελευταία δεκαετία;

[8] Η Τουρκία έθεσε ως επίδικο το να αποχωρήσει από την σύμβαση κάνοντας θόρυβο, σε μία σαφή αντίστιξη με τον συναινετικό τρόπο με τον οποίο εισήλθε σε αυτήν, σε μία εποχή που είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά και διακυβεύματα.

Σίμος Ανδρονίδης * Υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.