Με την ψήφο μας να διώξουμε τους εξουσιαστές…

Της Νίκης Κουλέρμου

Ένα κράτος που σπάζει κεφάλια όταν θεωρεί ότι δεν υπακούν στα διατάγματά του, είναι κράτος δημοκρατικό; Ένα κράτος που ανοίγει κεφάλια διά αστυνομικού ροπάλου ή τυφλώνει ανθρώπους με υδροβολή προς εκφοβισμό όσων ασκούν κριτική ή διαμαρτύρονται, είναι σύγχρονο; Φταίει η νομοθεσία που δεν υπάρχει ισορροπία μεταξύ των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας και του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα, ή ο αυταρχισμός και η αλαζονεία της εξουσίας; Σε μια ώριμη δημοκρατία πρέπει ή όχι να γίνεται ανεκτή η κριτική, η σάτιρα, ακόμα και μια απρεπής χειρονομία προς τα όργανα εξουσίας, ως εκδήλωση της έντονης διαφωνίας του απέναντι σε πολιτικές και πρακτικές που εφαρμόζει η εκτελεστική εξουσία;

Αν η στοιχειώδης κριτική δεν γίνεται ανεκτή ή, τέλος πάντων, δεν ευδοκιμεί η πολιτική ευθιξία, τότε ποια πρέπει να είναι τα αντανακλαστικά μιας ώριμης δημοκρατικής κοινωνίας; Στο ερώτημα αυτό είναι ενδιαφέρουσες οι απαντήσεις που πήραμε από τους ακαδημαϊκούς, νομικούς και κοινωνιολόγους.

 

Δεν έχουν καθυποτάξει τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της κοινωνίας

 

Ο επικεφαλής της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Αχιλλέας Δημητριάδης, σημειώνει ότι: «Η κριτική είναι συνάρτηση της ελευθερίας του λόγου. Όσοι βρίσκονται στην πολιτική πρέπει να είναι ιδιαίτερα ανεκτικοί στη δημόσια κριτική, διότι είναι ο τρόπος με τον οποίο οι απλοί πολίτες τούς ελέγχουν. Εάν αυτός ο έλεγχος δεν ευδοκιμεί, η κριτική θα πρέπει να γίνει πιο καυστική, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μάλιστα τώρα που έρχονται εκλογές, όλοι πρέπει να εξασκήσουμε το δικαίωμα ψήφου και ιδιαίτερα οι νεαροί. Όσοι δεν έχουν ακόμη εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους να το πράξουν άμεσα, έτσι ώστε τον Μάιο να ψηφίσουν και να καθορίσουν τη στάση τους απέναντι στη διαφθορά που μας έχει διασύρει διεθνώς. Αυτό αφορά και την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Η ψήφος του καθενός μετρά!»

Ο κοινωνιολόγος δρ Νίκος Περιστιάνης σημειώνει πως «ευτυχώς οι ώριμες δημοκρατίες έχουν δημιουργήσει ικανοποιητικούς μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε αντιδημοκρατικά ή αυταρχικά φαινόμενα, όπως και στην περίπτωση του Τραμπ, που ευτυχώς δεν κατάφερε να κερδίσει δεύτερη θητεία. Με κάποια δυσκολία όμως, πράγμα που δείχνει και το πόσο ευάλωτες είναι πάντοτε οι δημοκρατίες. Γι’ αυτό και οι πολίτες δεν πρέπει ποτέ να εφησυχάζουν θεωρώντας ότι το πολίτευμα δουλεύει από μόνο του, ότι ολοένα και κάποιοι άλλοι θα βρεθούν να στηρίξουν το σύστημα, οπότε οι ίδιοι δικαιολογούνται να συνεχίσουν τον ιδιωτικό τους βίο. Η δημοκρατία είμαστε εμείς, εσύ και εγώ. Αν οι πολίτες δεν έχουν το σθένος να υπερασπίσουν την πολύτιμη αυτή κατάκτηση εκατονταετιών σκληρών αγώνων και θυσιών, κανείς από μηχανής θεός δεν θα τρέξει να βοηθήσει. Η δημοκρατία χρειάζεται την καθημερινή στήριξη όλων των πολιτών. Ώριμη δημοκρατία είναι εκείνη όπου ο κάθε πολίτης απολαμβάνει τις ελευθερίες του αλλά και τις ευθύνες του, κυρίως μέσω της συμμετοχής του και τις συνεχείς του προσπάθειες να σπρώχνει προς τη βελτίωση του συστήματος.

Ο Νίκος Τριμικλινιώτης, επικεφαλής του Κέντρου για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα, επισημαίνει κατ’ αρχάς το γεγονός ότι «δεν τόλμησε κανένας από τους απολογητές να αρθρώσει ένα επιχείρημα που να δικαιολογεί το τι συνέβη. Εγκληματολόγος χαρακτηρίζει τη βίαιη καταστολή “πολύπλοκο επεισόδιο” όπου υπάρχουν “πολλές αλήθειες”. Υπό μία άποψη ίσως να έχει δίκιο. Η “αλήθεια” από την απολογητική σκοπιά, που βλέπει τον λαό αποτελούμενο από άβουλους, αδαείς μέχρι επικίνδυνους πληθυσμούς που θα ελέγξει, κι αν δε τα καταφέρει ιδεολογικά, θα καθυποτάξει τα περί δικαιωμάτων των πολιτών, είναι εμπόδιο στο “θεάρεστο” έργο τους. Ξέρουμε ότι στον Καραγκιόζη από το “Σαράι” έτσι ανεστραμμένα βλέπουν τα πράγματα, ακριβώς αντίθετα από την οπτική της δημοκρατικής κοινωνίας». Καταλήγοντας, ο Νίκος Τριμικλινιώτης σημειώνει ότι «απαιτείται μαζικό κίνημα αντίστασης για να ξανακερδίσουμε τα αυτονόητα. Αυτό απαιτεί ιδεολογική και πολιτική νίκη στο δρόμο, στα μέσα ενημέρωσης, στο δημόσιο χώρο και στο δικαστήριο. Οι δυνάμεις που υπερασπίζονται τη δημοκρατία οφείλουν να βρουν τρόπο να συνεργαστούν και να δράσουν συντονισμένα και αποτελεσματικά. Υπερασπιζόμαστε τα αυτονόητα, την ίδια τη δημοκρατία».

Η νομικός – διεθνολόγος και μέλος της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ, Σταύρη Καλοψιδιώτου, αναφέρει πως «τα ατιμώρητα σκάνδαλα, ο αυταρχισμός και η ανικανότητα της κυβέρνησης Αναστασιάδη – ΔΗΣΥ, ο λαϊκισμός και τα fake news, με τα οποία συνειδητά δηλητηριάζεται η κοινωνία, έχουν προκαλέσει την αποστροφή των πολιτών από την πολιτική διεργασία. Δεν έχουν καθυποτάξει όμως τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της κοινωνίας -αυτό αποδεικνύουν οι αντιδράσεις στην κατάχρηση εξουσίας της ΥΠΔΙΚ, στα «χρυσά» διαβατήρια Προεδρικού και Αρχιεπισκόπου, στον πολιτικό αμοραλισμό των κυβερνώντων, στην αναλγησία με την οποία αντιμετωπίστηκε η αστυνομική βία του Σαββάτου. Αυτά είναι η κινητήριος δύναμη για να πάει μπροστά ο τόπος, για να αποκτήσουν η αξιοκρατία και η ισονομία αξία μεγαλύτερη απ’ όση έχει το χαρτί των επικοινωνιακών δελτίων Προεδρικού και Πινδάρου. Προκείμενου όμως να γίνει η ελπίδα προοπτική, καθένας μας πρέπει να αναλογιστεί ποια είναι πρώτα η δική του ευθύνη. «Ν’ αγαπάς την ευθύνη», έλεγε ο Καζαντζάκης. «Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γη. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω».

Για τον ακαδημαϊκό – κοινωνιολόγο Λάμπρο Λαμπριανού η απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε πιο πάνω είναι απλή: «Η απομάκρυνση εκείνων που χρησιμοποιούν την εξουσία για να επιβάλουν τις αντιδημοκρατικές νοοτροπίες τους εξυπηρετώντας έτσι τα συμφέροντά τους αντί τα συμφέροντα της κοινωνίας, που προς αυτό το σκοπό τούς έδωσε την εξουσία. Εντούτοις, όταν μιλούμε σε αυτή την περίπτωση για την κοινωνία οφείλουμε να εννοούμε λιγότερο τον κάθε μεμονωμένο πολίτη -που σίγουρα φέρει κι αυτός τις δικές του ευθύνες- γιατί τελικά καταλήγουμε στο σύνηθες να εννοούμε όλους και κανένας να μην αντιδρά περιμένοντας να το κάνουν οι υπόλοιποι. Περισσότερο, λοιπόν, οφείλουμε να εννοούμε τα οργανωμένα σύνολα πολιτών, δηλαδή τα κόμματα, τις κινήσεις, τις συντεχνίες, τους συνδέσμους κ.λπ. που διαθέτουν τα πολιτικά εργαλεία, η φωνή τους έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να ακουστεί και άρα μπορούν να εξασκήσουν μεγαλύτερη πίεση για αλλαγή στους θώκους της εξουσίας».

 

Η αλαζονεία και ο αυταρχισμός της εξουσίας

Υπάρχει όμως και ένα άλλο βασικό ερώτημα: Η αλαζονεία της εξουσίας και ο αυταρχισμός είναι ίδιον των κυβερνώντων ή εξαρτάται από το πολιτικο-ιδεολογικό DNA τής εκάστοτε κυβέρνησης ή και του επικεφαλής της;

Ο κ. Λάμπρος Λαμπριανού θεωρεί ότι πρόκειται «για συγκοινωνούντα δοχεία. Μιλούμε για κυβερνώντες που βρίσκονται στη γωνιά λόγω των απανωτών σκανδάλων, στα οποία η ανάμειξή τους είναι κάτι περισσότερο από φανερή και μιλούμε για το πολιτικο-ιδεολογικό υπόβαθρό τους, το οποίο τροφοδοτεί τέτοιες αλαζονικές στάσεις θεωρώντας τα μέλη της κοινωνίας υπηκόους και όχι πολίτες με δικαιώματα που αγωνίστηκαν για να τα καταστήσουν αυτονόητα. Είναι ό,τι πιο λογικό αυτό το επικίνδυνο μείγμα να καταλήγει σε αυταρχικές πρακτικές».

Η Σταύρη Καλοψιδιώτου σημειώνει πως «υπάρχει λόγος που όταν αναφερόμαστε σε κράτη, τους διοικούντες τούς διακρίνουμε σε κυβερνώντες ή εξουσιαστές. Θεωρητικά, σε δημοκρατικά καθεστώτα θα έπρεπε να μην υπάρχει καμία υπόνοια ότι οι κυβερνώντες συμπεριφέρονται ως εξουσιαστές. Είναι προφανές όμως ότι όταν το ενδιαφέρον για τους πολλούς εκλείπει και υπερισχύει των συμφέρον των ημετέρων, τότε η αλαζονεία και ο αυταρχισμός ευδοκιμούν και ανατροφοδοτούν την απόσταση από την κοινωνία. Στην Κύπρο όλοι έχουμε πλέον βιώματα και μπορούμε να δούμε με ποιο πολιτικο-ιδεολογικό χώρο συνδέονται αυτές οι νοοτροπίες. Στο Περού, υπουργός παραιτήθηκε γιατί εμβολιάστηκε προτού έρθει η σειρά της. Τα δικά μας τα ξέρουμε∙ κατάχρηση εξουσίας, σύγκρουση συμφέροντος, φίμωση των πολιτών και βίαιη καταστολή, αλλά καμία ανάληψη ευθύνης, ουδέν ίχνος πολιτικής ευθιξίας».

Τέλος, ο κ. Αχιλλλέας Δημητριάδης σημειώνει πως «αυταρχικοί ηγέτες υπάρχουν παντού. Η αλαζονεία της εξουσίας είναι ένα από τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι ασκούν εξουσία. Κάθε δημοκρατικό σύστημα χρειάζεται να έχει τέτοιες ασφαλιστικές δικλείδες που να μην επιτρέπουν τον αυταρχισμό και την αυθαιρεσία της εξουσίας. Παίρνω για παράδειγμα τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίον ο πρώην Πρόεδρος Τραμπ χειρίστηκε το αποτέλεσμα της ήττας του με αποκορύφωμα την ομιλία και τα επεισόδια στο Κογκρέσο. Ήταν μια απαράδεκτη στάση. Όμως το σύστημα αντέδρασε μέσω της Γερουσίας. Ο Τραμπ αντιμετώπισε το ενδεχόμενο αποπομπής, παρ’ όλο που δεν υπήρξε η αναγκαία πλειοψηφία για να καταδικαστεί. Πέραν από τους μισούς Γερουσιαστές ψήφισαν εναντίον του και αυτό έδειξε την απαρέσκεια του συστήματος προς αυτόν τον αυταρχισμό».

 

ΦΑΚΕΛΟΣ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ  – Διαβάστε επίσης:

Καμία ανοχή στην αλαζονεία της εξουσίας και την καταστολή της άλλης άποψης διά ροπάλου…

Η διαδήλωση του Σαββάτου δεν απειλούσε την ασφάλεια του κράτους – Απόψεις Ακαδημαϊκών,νομικών,κοινωνιολόγων

Με την ψήφο μας να διώξουμε τους εξουσιαστές…

Χρήση αστυνομικής βίας: Επόμενα και παραλειπόμενα

Το φονικό κανόνι και το πανδημικό καθεστώς εξαίρεσης στην Κύπρο

Μια μαρτυρία

 

 

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.