Ο κύπριος καλλιτέχνης συνεχίζει να δημιουργεί και να ονειρεύεται

Συνέντευξη στην Ελένη Κωνσταντίνου

Φωτογραφίες της Κικής Χατζηγεωργίου

Πάντα όταν ακούω το όνομα του Δημήτρη Φανή στο μυαλό μου έρχεται η εικόνα του που ερμηνεύει «Το πορίζιν», το τραγούδι του Γιώργου Κάλλη και Ανδρέα Λουκά με το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού το 1994. Κάπως έτσι μας συστήθηκε πριν κάμποσα χρόνια και αγαπήθηκε από το κοινό που έσπευε να τον δει και από κοντά στη μουσική σκηνή Ελλοπία. Μάλιστα τα πρόσφατα reunion με τον Δημήτρη Μακρή ήταν sold out αφού τέτοιοι καλλιτέχνες αποτελούν αξία σταθερή και ανεκτίμητη.

Αφορμή για τη κουβέντα μας αποτελεί μια βραδιά περιπλάνησης στο λαϊκό τραγούδι στην οποία μας προσκαλεί ο Δημήτρης Φανής να ταξιδέψουμε μαζί του. Τίτλος της μουσικής βραδιάς «Πάμε να δεις», τίτλο που φέρει και ένα ανέκδοτο τραγούδι που γράφτηκε πριν από μια 10ετία και φαίνεται πως κατά τους δημιουργούς του ήρθε η ώρα όχι μόνο για να ακουστεί αλλά και για να συμπεριληφθεί στη νέα δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζει ο Δημήτρης. Αφοσιωμένος στους στόχους του ο κύπριος καλλιτέχνης συνεχίζει να δημιουργεί και να ονειρεύεται ενώ μέσα

«Πάμε να δεις» είναι ο τίτλος ενός ανέκδοτου τραγουδιού σου καθώς και ο τίτλος μιας βραδιάς αφιερώματος και περιπλάνησης στο λαϊκό τραγούδι. Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε να αποφασίσεις να πραγματοποιήσεις την εμφάνιση αυτή;

Αυτό προέκυψε αφενός μεν από μια εσωτερική παρακίνηση, αφετέρου δε από την προτροπή αρκετών φίλων.

Η απόφαση μου να σταματήσω τις τακτικές (εβδομαδιαίες) εμφανίσεις στους νυχτερινούς χώρους πριν από πέντε χρόνια, ήταν οριστική και αμετάκλιτη. Η επικοινωνία μου με τον κόσμο γίνεται κυρίως μέσα από συναυλίες σε ανοικτούς ή κλειστούς χώρους και αυτό είναι κάτι που θεωρώ ότι μου ταιριάζει περισσότερο. Πλην όμως άφησα εσκεμμένα ένα μικρό περιθώριο, το οποίο μου επιτρέπει όποτε υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, να εμφανίζομαι επιλεκτικά και με πολλή φειδώ σε νυχτερινούς χώρους.
Τώρα σ’ ότι αφορά στον τίτλο που επέλεξα. Πριν από μια δεκαετία περίπου, παρέα με τον αδερφικό μου φίλο Κυριάκο Πισή, γράψαμε αυτό το τραγούδι, εκείνος τους στίχους κι εγώ τη μουσική, ως κομμάτι έναρξης μιας σειράς δικών μου εμφανίσεων σε γνωστή μουσική σκηνή στη Λευκωσία. Θεώρησα λοιπόν ότι θα ταίριαζε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον θα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να το παρουσιάσουμε στον κόσμο, αφού σύντομα θα ενταχθεί στην νέα δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζω.

Τι να περιμένει να δει το κοινό, οι φίλοι αν θέλεις που θα σπεύσουν στις 27 Οκτωβρίου να περιπλανηθούν μαζί σου;

Όπως καλά γνωρίζουν οι φίλοι, αυτή η “περιπλάνηση” δε θα είναι ούτε άσκοπη ούτε αδέσποτη, όπως πιθανόν να προκύπτει από την ερμηνεία της λέξης, αλλά μια πολύ στοχευμένη και ουσιαστική βόλτα στα ωραία και γραφικά μονοπάτια του καλού λαϊκού τραγουδιού. Μια ευωχία, ένα όμορφο ξεφάντωμα με τραγούδια διαχρονικά, με ήχους και ρυθμούς οικείους. Και όλα αυτά ερμηνευμένα με σεβασμό από μια δεκαμελή ομάδα ταλαντούχων μουσικών και καλλίφωνων τραγουδιστών.
Η Χριστιάνα Παύλου και ο Δημήτρης Μεσημέρης είναι οι δύο συνοδοιπόροι φίλοι τραγουδιστές και ο Φώτης Μουσουλίδης ο μαέστρος μας.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν κύπριο καλλιτέχνη σήμερα να πετύχει τα όνειρα και τους στόχους του;

Ούτε εύκολο, ούτε δύσκολο! Το ερώτημα θα πρέπει να είναι: “μέχρι που θέλει κάποιος να φτάσει;”

Υπάρχει αυτή η πολύ ωραία έκφραση που λέει ότι, αν δεν κοιτάς εκεί που θέλεις να πας, θα πας εκεί που βλέπεις. Στοχοπροσήλωση!

Ανέκαθεν πίστευα, πως εάν κανείς αφοσιωθεί στα όνειρα και στους στόχους του, χωρίς παρεκκλίσεις, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς δισταγμούς και συστολές, μοιραία θα τους πετύχει.
Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται αγώνας. Αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ!

Δεν έχει σημασία σε πιο σημείο του πλανήτη βρίσκεται κανείς. Αν βρίσκεται στην Αμερική, “την χώρα της ευκαιρίας” όπως λένε ή αν ζει στην μικρή, ασήμαντη κουκίδα του χάρτη που λέγεται Κύπρος. Αρκεί να μην σταματήσει να ονειρεύεται. Αν συμβεί αυτό, τότε θα έχει ήδη πεθάνει, μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Θεωρείτε πως η πολιτεία στηρίζει τους καλλιτέχνες όσο θα έπρεπε;

Δεν είμαι εξ’ εκείνων οι οποίοι περιμένουν να ζήσουν καλλιτεχνικά από την πολιτεία. Προσωπικά βρήκα αρκετές φορές τις πόρτες ερμητικά κλειστές. Άλλες φορές πάλι ήρθα αντιμέτωπος με την απόλυτη περιφρόνηση. Δεν ξέρω αν λέγεται εγωισμός ή αξιοπρέπεια, αλλά ποτέ μου δεν πτοήθηκα. Μάλλον πείσμωσα περισσότερο.

Που και που ανοίγει κάποια χαραμάδα ή ένα μικρό παραθυράκι, για να είμαι δίκαιος. Πετάνε κανένα ξεροκκόμματο και σε μας. Δεν το λέω ούτε με παράπονο, ούτε με ειρωνεία. Με ρωτάς αν θα έπρεπε η πολιτεία να στηρίζει τον πολιτισμό και τις τέχνες.

Σαφέστατα Ναι! Το κάνει; Όχι στον βαθμό που θα έπρεπε. Γιατί να κοροϊδευόμαστε. Δεν αποκάλυψα εγώ ξαφνικά κανένα φοβερό μυστικό. Αυτά τα ζητήματα είναι διαχρονικά. Χρειάζονται εκ βάθρων αλλαγές και όχι όπως πολύ εύστοχα λέει ο λαός μας
“μιλλοσφοντζιήσματα”.

Οι καλλιτέχνες δεν είναι επαίτες!

Στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι με πραγματικά εξαιρετικές φωνές, ταλαντούχοι. Ωστόσο δεν έχουν καταφέρει να κάνουν το μεγάλο βήμα. Που οφείλεται αυτό;

Αν με τη φράση “μεγάλο βήμα” εννοούμε καριέρα στην Ελλάδα, αυτό έχει χάσει ελαφρώς την αίγλη του. Στις μέρες μας, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, έχουν την ευκαιρία κυρίως μέσα από το διαδίκτυο να κοινοποιήσουν τη δουλειά τους σ’ ένα εξαιρετικά μεγάλο κοινό που ξεπερνά τα όρια της χώρας τους κι αυτό αποτελεί “πεδίον δόξης λαμπρόν”. Ταυτόχρονα όμως αντιλαμβάνεται κανείς και τον τεράστιο ανταγωνισμό που προκύπτει απ’ αυτή την εξέλιξη. Άνθρωποι ταλαντούχοι και ενδιαφέροντες στη χώρα μας πολλοί, σκέψου όμως πόσοι άλλοι και ενδεχομένως καλύτεροι υπάρχουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Θα έλεγα λοιπόν, ότι υπάρχει από τη μια ένα σημαντικό εργαλείο, που είναι το διαδίκτυο και από την άλλη μια εξίσου σημαντική πρόκληση, που είναι ο ανταγωνισμός, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Όμως, όπως έχω προαναφέρει, χρειάζεται στόχευση, αγώνας και εν προκειμένω, το πολυπόθητο χαμόγελο της περιβόητης θεάς τύχης.

Ποια είναι τα όνειρα και οι στόχοι του Δημήτρη απ’εδώ και πέρα;

Επιθυμώ να είμαι υγιής και να έχω την ευκαιρία να συναναστρέφομαι με ανθρώπους καλύτερους από μένα, για να μπορώ να εξελίσσομαι.