Τίποτα δεν µπορεί να προδικάσει το αποτέλεσµα του ελληνοτουρκικού διαλόγου

  • Η αναπαραγωγή της καχυποψίας και των αντιπαλοτήτων δεν ωφελεί σε τίποτα

Του Μιχάλη Μιχαήλ

Η συχνότητα που παρατηρείται το τελευταίο διάστηµα στις συναντήσεις Ελλάδας – Τουρκίας, υψηλού και ανώτατου επιπέδου, δεν έχει παρατηρηθεί εδώ και πολύ καιρό. Αν και όλα δείχνουν ότι βρισκόµαστε στην αρχή ενός νέου κεφαλαίου στις σχέσεις µεταξύ των δύο γειτονικών χωρών, δεν είναι η πρώτη φορά που η Άγκυρα και η Αθήνα βάζουν στόχο να λύσουν τα πολλά προβλήµατα µεταξύ τους στο τραπέζι των διαπραγµατεύσεων, χωρίς θετική κατάληξη.

Αυτή τη φορά, οι συνθήκες -τόσο στο εσωτερικό των δύο χωρών όσο και στην ευρύτερη περιοχή, φαίνονται πιο ευνοϊκές από ό,τι στο παρελθόν αν και κανένας δεν µπορεί να εκτιµήσει ποιο θα είναι το αποτέλεσµα του νέου γύρου του ελληνοτουρκικού διαλόγου που ξεκινά σύντοµα. Ο αναλυτής τουρκικών θεµάτων ∆ηµήτρης Αγάδης και ο διεθνολόγος Θεόδωρος Τσίκας εκτιµούν ότι το αποτέλεσµα αυτού του διαλόγου, θετικό ή αρνητικό, θα διαφανεί περί το τέλος του χρόνου.

∆εν αποκλείεται ακόµη και το ενδεχόµενο να µην υπάρξει τελικό αποτέλεσµα, αλλά οι δύο πλευρές να καταφέρουν να καταλήξουν σε µια συµφωνία µείωσης των εντάσεων µεταξύ τους που θα καθιστά λειτουργική τη σχέση τους, έστω και χωρίς την επίλυση κρίσιµων εκκρεµοτήτων. Βοηθητική προς αυτή την κατεύθυνση είναι και η προσπάθεια να αποφευχθούν αναφορές σε ιστορικά πεπραγµένα που δεν βοηθούν την όλη προσπάθεια.

∆ηµήτρης Αγάδης: ∆οκιµάζεται κάτι καινούργιο, η κατάληξη του οποίου δεν µπορεί να προβλεφθεί

∆ιανύουµε περίοδο ύφεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις µε εκφρασµένη βούληση των δύο κυβερνήσεων για πολιτικό διάλογο σε ανώτερο και όχι σε µεσαίο – γραφειοκρατικό επίπεδο µε στόχο την καταγραφή µίας ατζέντας διαφορών, ανέφερε στη «Χαραυγή» ο ∆ηµήτρης Αγάδης, προσθέτοντας ότι η Αθήνα πιστεύει πως µέχρι το τέλος του χρόνου θα υπάρχει καθαρή εικόνα για το εάν ή όχι ο διάλογος αυτός µπορεί να καταλήξει κάπου.

Σε ό,τι αφορά τον Τούρκο Πρόεδρο, σηµειώνει ότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν άλλαξε, ούτε κατέστη περισσότερο ή λιγότερο έµπιστος. «Ο Πρόεδρος της Τουρκίας είναι και παραµένει αυτός που είναι. Λαϊκιστής ευρασιατικού τύπου, “παζαροµανής”, αν µπορεί να είναι δόκιµος διπλωµατικά ένας τέτοιος όρος και απρόβλεπτος όχι µόνον για τους αντιπάλους του, αλλά και για τους συνεργάτες του».

Ο κύκλος των χειριστών αυτού του διαλόγου, προσθέτει ο ∆. Αγάδης, φαίνεται να είναι στενός.

«Την πραγµατική ευθύνη επί του διαλόγου την έχει το Μαξίµου. Την Αθήνα θα εκπροσωπεί στο διάλογο η υφυπουργός κυρία Παπαδοπούλου Αλεξάνδρα, της απόλυτης εµπιστοσύνης του Μαξίµου και εξαιρετικά πληροφορηµένη για όσα έχουν σχεδιάσει ή προγραµµατίσει ή αιτηθεί ή ακόµη και όσα προσδοκά η αµερικανική πλευρά για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η πρέσβης Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου θα είναι επί της ουσίας η κύρια διαχειρίστρια του φακέλου σε άµεση συνεργασία µε το πρωθυπουργικό γραφείο. Την Άγκυρα θα εκπροσωπεί ο Χακάν Φιντάν, άριστος γνώστης του σχετικού φακέλου.

Κυρίαρχη πληροφορία από τη συνάντηση της Άγκυρας είναι ότι η Τουρκία έθεσε στο διάλογο όλη τη δική της ατζέντα. ∆ηλαδή από τα κλασικά θέµατα, όπως εναέριος χώρος, θαλάσσια χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα µέχρι την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, ΑΟΖ, µειονότητα στη Θράκη κ.λπ. Και η Ελλάδα, όµως, έθεσε τη δική της ατζέντα. Άλλωστε, είναι γνωστό πως καµία χώρα δεν αλλάζει αίφνης πάγιες θέσεις της».

Ο ∆. Αγάδης σηµειώνει ότι σωστά ενηµερωµένες πηγές αναφέρουν πως ενδεχοµένως να υπάρχει ακόµη και σενάριο να µην καταλήξει πουθενά ο διάλογος, αλλά να υπάρξει συµφωνία να µην υπάρξουν εντάσεις, ακόµη και σε περίπτωση διαφωνίας. Όλα έχουν να κάνουν µε τη γενική εικόνα και τη συνολική σχέση της Τουρκίας µε τη ∆ύση, το ΝΑΤΟ, την οικονοµική σχέση µε την ΕΕ και τις αµερικανοτουρκικές σχέσεις και τον πόλεµο στην Ουκρανία, όπου η περιοχή δεν σηκώνει άλλη ένταση.

«Η µεγάλη ανησυχία συνίσταται στο ενδεχόµενο κάποια στιγµή η Τουρκία να καταφύγει σε νέα κρίση στα ελληνοτουρκικά µε στόχο να πιεστεί η Ελλάδα να συµφωνήσει σε ένα πλαίσιο που η Αθήνα λογικά δεν θα επιθυµούσε. Όµως από την εποχή των σεισµών επί 7 µήνες παρατηρείται µονοµερής αποκλιµάκωση, από πλευράς της Τουρκίας. Η πολεµική αεροπορία και ο στόλος της απουσιάζουν από το Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, τα γεωτρύπανα και τα ερευνητικά πλοία κινούνται εντός του χάρτη της Σεβίλλης και δεν έχουµε πολεµοχαρείς δηλώσεις». Με άλλα λόγια, κατέληξε ο ∆ηµήτρης Αγάδης, δοκιµάζεται κάτι καινούργιο, η κατάληξη του οποίου είναι εξαιρετικά νωρίς να προβλεφθεί.

Παρά τα χαµόγελα και οι δύο πλευρές θα κρατήσουν τους άσους στο µανίκι, θα συµπεριφέρονται µε προσοχή ακόµη και µε καχυποψία, αλλά θα προσπαθήσουν να καταστήσουν λειτουργική µία προβληµατική σχέση έστω και χωρίς την επίλυση κρίσιµων εκκρεµοτήτων.

Θεόδωρος Τσίκας: Ή θα µείνουµε καθηλωµένοι στις αντιπαλότητες ή θα πάµε µπροστά

Στη συνάντηση που είχαν την περασµένη εβδοµάδα στην Άγκυρα οι Υπουργοί Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Χακάν Φιντάν, σχεδίασαν τον οδικό χάρτη της επανεκκίνησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ανέφερε στη «Χαραυγή» ο Θεόδωρος Τσίκας.

Οι κ.κ. Ερντογάν και Μητσοτάκης στη Νέα Υόρκη θα εξετάσουν τα µέχρι σήµερα υλοποιηθέντα και αναµένεται να ανάψουν το «πράσινο φως» για ουσιαστική διαπραγµάτευση. Οι δύο ηγέτες θα έχουν νέα συνάντηση περί το τέλος της χρονιάς, στη Θεσσαλονίκη, όπου θα έχουν τη δυνατότητα να επανεκτιµήσουν τις εξελίξεις.

Αναφορικά µε την ύφεση στις σχέσεις µεταξύ των δύο χωρών, ο κ. Τσίκας ανέφερε ότι ο πολιτικός χάρτης της Ανατολικής Μεσογείου «ανασυντίθεται» και λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία ο διεθνής παράγοντας απεύχεται νέα όξυνση στην περιοχή µας και ενθαρρύνει το κλείσιµο των υπαρχόντων µετώπων.

«Ο Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει την επανασύνδεση Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ξεπάγωµα των ενταξιακών διαπραγµατεύσεων. Η Ε.Ε. επιθυµεί την επανασύνδεση λόγω του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας, αλλά και λόγω οικονοµικών και εµπορικών σχέσεων. Μέσα στο φθινόπωρο θα έχει έναν “στρατηγικό αναστοχασµό” για τη συνολική προοπτική των σχέσεών της µε την Τουρκία. Για να προχωρήσουν όλα αυτά, προϋπόθεση είναι η συνέχιση του “ήρεµου κλίµατος” µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας», σηµείωσε.

Για το αν ο Ταγίπ Ερντογάν πρέπει να θεωρείται αξιόπιστος, σηµείωσε ότι η αναπαραγωγή της καχυποψίας δεν ωφελεί σε τίποτα. Αντιθέτως, µπορεί να υποκρύπτει έλλειψη βούλησης από κάποιους στην πλευρά µας για επίλυση των διαφορών. «Από τα 20 και πλέον χρόνια παραµονής του κ. Ερντογάν στην εξουσία, τα 10 πρώτα ήταν η “χρυσή εποχή” των σχέσεών µας µε την Τουρκία. Λόγω της επιθυµίας του για ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, φτάσαµε στο “παρά πέντε” της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών στο ∆ιεθνές ∆ικαστήριο της Χάγης, καθώς και στην έµπρακτη στήριξη του Σχεδίου Ανάν για λύση του Κυπριακού. ∆υστυχώς, δεν κατορθώσαµε να αξιοποιήσουµε αυτές τις ευκαιρίες.

Αυτό λοιπόν που συνέβη τότε, γιατί να µην µπορεί να συµβεί και σήµερα, που οι συνθήκες στον διεθνή περίγυρο -για διαφορετικούς λόγους- φαίνεται ότι ευνοούν αυτή την εξέλιξη;

Αρκεί να έχουµε την πολιτική βούληση για αµοιβαία αποδεκτές λύσεις, µε “θετικό άθροισµα” για όλες τις πλευρές. Όχι µαξιµαλισµούς και αυταπάτες ότι θα επιβάλουµε στην Τουρκία τις δικές µας απόψεις».

Σε σχέση µε την ενίοτε προκλητική συµπεριφορά του κ. Ερντογάν, ο Θ. Τσίκας υπέδειξε ότι «µε µεγάλη ευκολία διατυπώνουµε στην Ελλάδα και την Κύπρο την κατηγορία για “προκλητικές” δηλώσεις εναντίον του Προέδρου Ερντογάν και των Τούρκων ιθυνόντων.

Μπορεί κάποιες να µη µας αρέσουν. Ή να διαφωνούµε. Πολλές φορές και οι δικές µας απόψεις φαίνονται σε αυτούς “προκλητικές”. Οι δύο χώρες έχουν αντίθετα ιστορικά αφηγήµατα π.χ. για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, για την καταστροφή της Σµύρνης το 1922 κ.λπ.

Τι θα κάνουµε τώρα; Θα µείνουµε προσκολληµένοι στις ιστορικές αντιπαλότητες για γεγονότα που συνέβησαν πριν έναν αιώνα; Στα αρνητικά στερεότυπα και στις εθνικιστικές προκαταλήψεις; Ή θα προσπαθήσουµε να υπερβούµε τις συνέπειες της Ιστορίας, ώστε να µην επαναληφθούν;»

Google News icon Aκολουθήστε μας στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy