Το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό νέα τριμελή σύνθεση, εξέτασε σήμερα τις εφέσεις που καταχωρήθηκαν στην υπόθεση της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, τόσο από πλευράς των καταδικασθέντων όσο και από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα.

Κατά την τελευταία δικάσιμο, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Μύρωνας Νικολάτος ζήτησε να εξαιρεθεί από τη σύνθεση του τριμελούς Εφετείου που θα εξέταζε τις εφέσεις λόγω ότι η μια του θυγατέρα εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί καταδικασθέντα στην υπόθεση και η άλλη εργάζεται στη Νομική Υπηρεσία.

Η νέα σύνθεση του Εφετείου αποτελείται από τους δικαστές Λεωνίδα Παρπαρίνο, Μιχαλάκη Χριστοδούλου και Αντώνη Λιάτσο.

Τα τέσσερα υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας, Ευθύμιος Μπουλούτας, Παναγιώτης Κουννής, Νεοκλής Λυσάνδρου και Μάρκος Φόρος, κρίθηκαν ένοχα και στις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζαν σε σχέση με την απόκρυψη της απομείωσης σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της τράπεζας στην Ελλάδα, η οποία ανερχόταν στα €330 εκ τουλάχιστον και της παράλειψης να το συμπεριλάβουν στην οικονομική κατάσταση της τράπεζας για την εννιαμηνιαία περίοδο που είχε λήξει στις 30 Σεπτεμβρίου του 2011 και η οποία δημοσιεύθηκε στις 29/11/2011.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο επέβαλε στον Ευθύμιο Μπουλούτα, τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου της Λαϊκής, χρηματική ποινή ύψους 150 χιλιάδων ευρώ ενώ στους, τότε, Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο Παναγιώτη Κουννή, τον μη εκτελεστικό Αντιπρόεδρο Νεοκλή Λυσάνδρου και το μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Μάρκο Φόρο χρηματική ποινή ύψους 120 χιλιάδων ευρώ, έκαστος.

Το δικαστήριο τους επέβαλε χρηματική ποινή μόνο στη μια εκ των δύο κατηγοριών που αντιμετώπιζαν και είχαν κριθεί ένοχοι και αφορά στο αδίκημα των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης. Το Δικαστήριο δεν επέβαλε καμία ποινή για τη δεύτερη κατηγορία, που επίσης αντιμετώπιζαν από κοινού, και η οποία αφορούσε το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς.

Η έφεση της Κατηγορούσας Αρχής στρέφεται μόνο κατά της ποινής που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους από το πρωτόδικο δικαστήριο, ενώ οι εφέσεις των δύο καταδικασθέντων στρέφονται κατά της καταδικαστικής απόφασης και των άλλων δύο τόσο κατά της απόφασης όσο και της ποινής.

Η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα θεωρεί ότι η ποινή που επιβλήθηκε στα τέσσερα πρώην στελέχη της Λαϊκής «είναι έκδηλα ανεπαρκής και δεν ικανοποιεί τους σκοπούς του Νόμου, λαμβανομένων υπόψιν των ιδιαίτερων περιστατικών που αφορούν στη διάπραξη των αδικημάτων, των γεγονότων, τη φύση της υπόθεσης ως επίσης και την ανάγκη για αποτροπή. Περαιτέρω, η επιβληθείσα ποινή είναι προϊόν εφαρμογής εσφαλμένης αρχής».

Η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ότι λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε χρηματική ποινή στους κατηγορούμενους και πως η επιβληθείσα ποινή δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα των γεγονότων της υπόθεσης και των αδικημάτων στα οποία βρέθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι.

Στην έφεση του, ο Γενικός Εισαγγελέα αναφέρει ότι «η ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα παρέμεινε σε λεκτικό επίπεδο» και πως το πρωτόδικο δικαστήριο «λανθασμένα προέβη σε εύρημα ότι δεν προκλήθηκε ζημιά στους επενδυτές από το γεγονός και μόνο ότι δεν υπήρξε θετική μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση».

«Λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής θεώρησε πως η κατάλληλη ποινή με βάση το σύνολο των περιστάσεων ήταν η χρηματική και ότι καθοριστικής σημασίας ήταν η μη πρόκληση ζημιάς στους επενδυτές και η μη αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους από τους κατηγορούμενους», σημειώνει.

Το κακουργιοδικείο, καταλήγει, κατά την επιμέτρηση της ποινής παρέλειψε να αξιολογήσει ουσιώδες γεγονός και συγκεκριμένα το αποτέλεσμα της επιλήψιμης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων που ήταν και η χειραγώγηση της αγοράς, κατηγορία στην οποία οι κατηγορούμενοι επίσης καταδικάστηκαν χωρίς όμως να τους επιβληθεί ποινή.

Από την πλευρά τους, οι Ευθύμιος Μπουλούτας και Μάρκος Φόρου με την έφεση τους στρέφονται κατά της καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου, προβάλλοντας τους ίδιους λόγους έφεσης.

Οι δύο καταδικασθέντες θεωρούν ότι το Κακουργιοδικείο προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης μαρτυρίας που δέχθηκε σαν αξιόπιστη, καταλήγοντας σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Υποστηρίζουν επίσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε και/ή αποφάσισε πως η αρχή της εφαρμογής του ηπιότερου νόμου η οποία απορρέει από το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 49.1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά μόνο την ποινή και δεν εφαρμόζεται όσον αφορά το δίκαιο και το ίδιο το αδίκημα.

Το κακουργιοδικείο, όπως ισχυρίζονται στην έφεση τους, εσφαλμένα έκρινε ότι αποδείχτηκαν εναντίον των κατηγορουμένων τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των δύο κατηγοριών που αντιμετώπιζαν, χαρακτηρίζοντας την καταδίκη των κατηγορουμένων ως ακροσφαλή (unsafe).

Οι εφέσεις του Παναγιώτη Κουννή και του Νεοκλή Λυσάνδρου στρέφονται τόσο κατά της καταδικαστικής απόφασης όσο και κατά της ποινής που τους επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο.

Η υπεράσπιση του κ. Κουννή υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία του όρου χειραγώγηση της αγοράς από το δικαστήριο και πως δεν αποδείχθηκε πρόθεση του πελάτη της για χειραγώγηση της αγοράς.

Το Ανώτατο παραχώρησε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών στις πλευρές εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθούν τα διαγράμματα για τις εφέσεις κατά της καταδικαστικής απόφασης και οι αγορεύσεις κατά της ποινής και ακολούθως η υπόθεση θα οριστεί για ακρόαση.