Το Ανώτατο και η απόφαση της 11/4: Καμία έκπληξη.

Του Αλμπέρτο Φλωρεντίν

Δεν αποτελεί έκπληξη για την ΠΕΟ η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που αφορά στη νομιμότητα των αποκοπών που έγιναν το 2013 στους εργαζομένους”

Πράγματι καμία έκπληξη. Ας αρχίσω με το ερώτημα, αν το Ανώτατο έχει αρμοδιότητες όπως αυτές του Δημοσιονομικού Συμβούλιου, ή μπορεί μόνο να ερμηνεύει τους νόμους και το Σύνταγμα, ως καθαρά νομικός θεσμός;

Μήπως το πρώτο υπάγεται στο δεύτερο; Φαίνεται λογικό, οι δικαστές πρέπει να παίρνουν υπόψη όλα τα σχετικά με μια υπόθεση που αφορά τα δημοσιονομικά, τα οικονομικά του κράτους. Ίσως πρέπει λοιπόν να συμβουλεύονται, ή μήπως και να ακολουθούν την γνώμη του προέδρου του Δημοσιονομικού Συμβουλίου Δημήτρη Γεωργιάδη – που θα τους έλεγε βέβαια να επιτρέψουν στη κυβέρνηση να κόβει ότι θέλει, όποτε θέλει; Δεν ξέρω αν τον κάλεσαν για μάρτυρα, αλλά αν ναι, δεν θα έπρεπε να συμβουλευτούν και άλλους οικονομολόγους, όπως τους διάσημους νομπελίστες Krugman και Stiglitz; Αυτοί πιθανόν θα τους έλεγαν τα αντίθετα, ότι ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο η αυξημένη διοχέτευση χρήματος στην οικονομία – όπως με τη μορφή μισθών – είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και απαραίτητη. Και το πιο σημαντικό, που σίγουρα θα τους έλεγαν αυτοί οι γνωστότατοι νομπελίστες οικονομολόγοι, είναι ότι η νομική διευκόλυνση των κυβερνήσεων να κόβει κατά πως τους καπνίσει μισθούς από εργαζόμενους στο Δημόσιο, είναι πολύ κακά μαντάτα.

Αν πάλι καλούσαν ως μάρτυρες οικονομολόγους από όλες τις σχολές, θα διαπίστωναν αμέσως οι δικαστές ότι δεν θα μπορούσαν να διαχειριστούν τη πολυφωνία στην σύγχρονη οικονομική επιστήμη, την μεγάλη “διάσπαση της σε αντίπαλες σχολές“. Ποια προσόντα θα είχαν οι δικαστές του Ανώτατου για να επιλέξουν ανάμεσα στις αντικρουόμενες οικονομικές θεωρίες; Ένα είναι σίγουρο, οι εκπρόσωποι των θεωριών που οι δικαστές με την απόφαση τους θα απορρίπταν ή θα παραβλέπαν, δεν θα τους αναγνώριζαν κανένα απολύτως τέτοιο προσόν.

Ωστόσο είναι πολλοί αυτοί που απαιτήσαν από τους δικαστές του Ανώτατου να κάνουν ακριβώς αυτό, να αποφασίσουν για ένα οικονομικό ζήτημα. Να αποφασίσουν όπως τελικά έκαναν, όπως βολεύει την οικονομική ελίτ, και να θωρακίσουν αυτή την απόφαση με το μυστήριο και την μεταφυσική αίγλη του Νόμου, του Συντάγματος, της Δικαιοσύνης και του Ανώτατου.

Για αυτή την αίγλη εξάλλου οι τήβεννοι τους, που όπως γράφει πάρεδρος ελληνικού πρωτοδικείου “έχουν υιοθετηθεί από αιώνων ως δικαστική περιβολή σχεδόν παγκοσμίως”, διαφέρουν ουσιαστικά από τις στολές των στρατιωτικών, των αστυνομικών, των πυροσβεστών, των γιατρών και των νοσηλευτών. Αυτές σχετίζονται με τις ανάγκες του επαγγέλματος και δεν παραμένουν καθόλου σταθερές “για αιώνες”. Αντίθετα, εξηγεί ο πάρεδρος μας:

η ασυνήθιστη και επιβλητική περιβολή του δικαστή υποβάλλει σε όλους τους παράγοντες της δίκης τον σεβασμό στο πρόσωπό του, υπογραμμίζει τη σοβαρότητα του χώρου, τη σπουδαιότητα της διαδικασίας και τον κεντρικό ρόλο του δικαστή μέσα σ’ αυτήν. Η ομοιόμορφη εμφάνιση των δικαστών συμβολίζει και τονίζει την αντικειμενικότητα και την απροσωποληψία τους. Ταυτόχρονα ενισχύει τα μέγιστα, μαζί με την υπερυψωμένη έδρα και το προσωπικό κύρος του δικαστή

Η λειτουργία της τηβέννου, που τελικά σχετίζεται και αυτή με τις ιδιαίτερες ανάγκες του επαγγέλματος, θυμίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τα άμφια των παπάδων.

Πρέπει να πάμε πέρα από τα αστικά οικονομικά, που καθόλου τυχαία δεξιός αρθρογράφος της αγγλικής The Telegraph χαρακτήρισεστην ουσία απλά πολιτική ντυμένη με τον μανδύα της επιστήμης (economics is essentially just politics dressed up as science)”. Πέρα ακόμα και από την πολιτική οικονομία, τον ευρύτερο όρο που αντικαταστάθηκε από το όρο ‘οικονομικά’ όταν αυτή στο τέλος του 19ου αιώνα άρχισε να μετατρέπεται σε απλό απολογητή του καπιταλισμού. Το ζήτημα για το οποίο αποφάσισε το Ανώτατο δικαστήριο δεν είναι μόνο νομικό. Δεν είναι ούτε “απλά οικονομικό”, είναι πολιτικό με την πιο βαθιά έννοια του όρου. Είναι ταξικό. Ιδιαίτερα μετά που ο Γενικός Εισαγγελέας μας τα έκανε κουκιά καθαρισμένα ότι η απόφαση του Ανώτατου θα αποτελεί προηγούμενο ώστε οι δεξιές κυβερνήσεις να μπορούν να κάνουν – ψεκάστε σκουπίστε τελειώσατε – περικοπές σε μισθούς και συντάξεις με ελάχιστη “γραφειοκρατία”, χωρίς να έχουν να σκεφτούν νόμους, συντάγματα και δικαστήρια.

Η απόφαση ήταν μια φάση μιας σημαντικής αψιμαχίας του ταξικού πολέμου. Και οι θεσμοί με τους οποίους αυτή η φάση διεξάχθηκε, Δικαστική Εξουσία, Ανώτατο, Σύνταγμα είναι όπλα στα χέρια της άρχουσας τάξης.

Μια στιγμή, μήπως δεν είναι τόσο απλό; Γιατί οι δικτατορίες το πρώτο που κάνουν είναι να αναστείλουν το Σύνταγμα; Γιατί με τη σειρά τους αγωνιστές της εργατικής τάξης και της Αριστεράς δίνουν τη ζωή τους πολεμώντας για την επαναλειτουργία του;

Ναι, δεν είναι τόσο απλό, όπως και δεν μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τα πάντα για τον ταξικό πόλεμο μέσα από τις εμπειρίες και τη γνώση των θερμών εθνικών πολέμων. Το πως η καπιταλιστική άρχουσα τάξη ασκεί την δικτατορία της στα δημοκρατικά καθεστώτα, πως δηλαδή διατηρείται ως άρχουσα τάξη και υπαγορεύει τις προτεραιότητες της στην κοινωνία με τον μανδύα του “δημόσιου συμφέροντος”, δεν είναι καθόλου απλό. Αυτό γίνεται λιγότερο περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι ο καπιταλισμός είναι το πρώτο οικονομικό σύστημα στην ιστορία στο οποίο η εκμετάλλευση, η ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος από την άρχουσα τάξη, είναι συνήθως αποτελεσματικά κρυμμένη πίσω από την λειτουργία της αγοράς και την ελεύθερη και “δίκαιη” ανταλλαγή εμπορευμάτων ίσης αξίας – ανάμεσα στα οποία και η εργατική δύναμη.

Μπορεί να μην είναι “τόσο απλό”. Όμως το αντίθετο, ότι δηλαδή η Δικαιοσύνη (το Σύνταγμα, το Ανώτατο) είναι “ανεξάρτητος” θεσμός, εκτός πολιτικής, πάνω από τον ταξικό πόλεμο, και ταξικά ουδέτερος και αμερόληπτος είναι, πολύ απλά, λανθασμένο.

Η ταξική πάλη μετά την οικονομική κρίση του 2008 περνάει γρήγορα σε φάση ανοιχτού ταξικού πολέμου. Η Covid-19 έχει προκαλέσει όχι ανάπαυλα αλλά έξαρση αυτού του πολέμου. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στις 10 Απρίλη του 2020 έρχεται να συμπληρώσει φαινόμενα όπως η επιστολή της ΟΚΥπΥ στους εργαζόμενους του νοσοκομείου Αμμοχώστου. Είναι μια από τις γέφυρες που ενώνουν την αντίδραση της άρχουσας τάξης στο πέρασμα από την κρίση των τοξικών χρηματοπιστωτικών εργαλείων στην κρίση του τοξικού για τις κοινωνίες της νεοφιλελεύθερης λιτότητας SARS-CoV-2.

Η Δικαιοσύνη, το νομικό σύστημα είναι μια ακόμα αρένα, ένα ακόμα μέτωπο του ταξικού πόλεμου, κάθε άλλο παρά “ανεξάρτητο” από τις υπόλοιπες πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες. Μέρος της ιδεολογικής μάχης σε αυτό το μέτωπο είναι η προσπάθεια να τρυπήσουμε την φούσκα της “ιερότητας” του θεσμού, χωρίς ωστόσο να τον παραδώσουμε στις ορέξεις των διαφόρων δικτατόρων, που θα παραμονεύουν όλο και περισσότερο καθώς ο SARS-CoV-2 ροκανίζει τα ήδη σαθρά θεμέλια της αστικής δημοκρατίας. Ο αγώνας για τη προστασία του βιοτικού μας επιπέδου επιβάλλει σεβασμό στις ανάγκες και το δίκαιο της – όπως έκανε τόσο φανερό η COVID-19 – πιο σημαντικής τάξης της σύγχρονης κοινωνίας: της τάξης των εργαζομένων.

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.