• Το SPD προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να βρει ξανά το δρόμο του

Του ανταποκριτή μας στο Βερολίνο, Παντελή Βαλασόπουλου

Και στη Γερμανία επικρατεί ο φόβος ανόδου ακραίων δυνάμεων, όμως εάν οι Σοσιαλδημοκράτες σημειώσουν ποσοστά ανάλογα με αυτά που τους δίνουν τώρα οι δημοσκοπήσεις, τότε θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι εκεί θα τερματισθεί και η κυβερνητική συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες και η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ θα καταρρεύσει
Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κινδυνεύει άμεσα να έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα και σε καμιά περίπτωση τη στιγμή αυτή δεν είναι το μεγάλο λαϊκό κόμμα που ήταν κάποτε
Οι ψηφοφόροι, δηλαδή, αναζητούν την κεντροαριστερά στους Πράσινους, εγκαταλείποντας τους Σοσιαλδημοκράτες

 

Σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι βρίσκεται το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας, το αρχαιότερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ευρώπης, το οποίο προσπαθεί -χωρίς επιτυχία μέχρι στιγμής- να βρει ξανά το δρόμο του και με τα δημοσκοπικά του ποσοστά να καταποντίζονται καθώς περνάει ο καιρός.
Τελευταία δημοσκόπηση που δημοσίευσε η εφημερίδα Bild έδειξε τους Σοσιαλδημοκράτες στο 12%.
Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί σε δημοσκόπηση για το κόμμα στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας.
Και άλλες δημοσκοπήσεις εδώ και αρκετό καιρό δείχνουν τους Σοσιαλδημοκράτες να μην ξεπερνούν το 15%.
Με δυο λόγια, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κινδυνεύει άμεσα να έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα και σε καμιά περίπτωση τη στιγμή αυτή δεν είναι το μεγάλο λαϊκό κόμμα που ήταν κάποτε.
Στη Γερμανία δύο θεωρούνται παραδοσιακά τα μεγάλα λαϊκά κόμματα: οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες.
Έτσι φαίνεται πως έχουν δίκιο όλοι αυτοί που μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017 έλεγαν πως το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν πρέπει αυτή τη φορά να συμμετέχει σε κυβέρνηση συνασπισμού με τους Χριστιανοδημοκράτες της Άνγκελα Μέρκελ, γιατί κινδυνεύει με εξαφάνιση.

Η πρόταση ήταν να περάσει για ένα διάστημα στην αντιπολίτευση, ώστε να ανακάμψει. Όμως οι συνθήκες ακυβερνησίας που δημιουργήθηκαν στη Γερμανία μετά τις τελευταίες εκλογές έπεισαν την πλειοψηφία των Σοσιαλδημοκρατών να μπει στην κυβέρνηση, ενώ ακολούθησε και μια αλλαγή στην ηγεσία του κόμματος, με την πρώην Υπουργό Εργασίας, Αντρέα Νάλες να γίνεται η πρώτη γυναίκα ηγέτης του.
Οι Σοσιαλδημοκράτες υποσχέθηκαν ότι η νέα κυβέρνηση θα έχει έντονη τη σφραγίδα τους.
Μέχρι στιγμής όμως το μόνο που έχει γίνει είναι ο συνεχής δημοσκοπικός κατήφορος των Σοσιαλδημοκρατών που φαίνεται να μην έχει τέλος.
Η Αντρέα Νάλες εκτιμά πως το κόμμα θα ανακάμψει εάν προσδώσει στην πολιτική του περισσότερα αριστερά χαρακτηριστικά.
Όλοι θυμόμαστε την πρόσκληση που απηύθυνε στον Έλληνα Πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος τον περασμένο Νοέμβριο συμμετείχε ως κεντρικός ομιλητής σε συνέδριο διαλόγου του κόμματος.

Η κίνηση αυτή, ωστόσο, δεν φαίνεται να εντυπωσίασε ιδιαίτερα το γερμανικό εκλογικό σώμα.
Τώρα, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα προσπαθεί με διάφορες παρεμβάσεις στην κοινωνική πολιτική να τονίσει το αριστερό του προφίλ, προσδοκώντας να ανακάμψει τουλάχιστον δημοσκοπικά.
Για παράδειγμα, στο θέμα των συντάξεων. Εκεί, 4,2 εκατομμύρια εργαζόμενοι, που θα βγουν στη σύνταξη στα επόμενα χρόνια, αναμένεται πως θα λαμβάνουν μια σύνταξη 517 ευρώ μηνιαίως. Τώρα οι Σοσιαλδημοκράτες επιδιώκουν την καθιέρωση κατώτατης σύνταξης για όλους, καθώς -όπως λένε- δεν είναι δυνατόν σε μια πλούσια χώρα όπως η Γερμανία να υπάρχουν τόσο χαμηλές συντάξεις.
Η συμφωνία που έχει γίνει και με τους Χριστιανοδημοκράτες προβλέπει πως μετά από 35 εργάσιμα έτη θα πρέπει να καταβάλλεται μια κατώτατη εγγυημένη σύνταξη που θα πρέπει να βρίσκεται στα 900 τουλάχιστον ευρώ μηνιαίως.
Βέβαια, σήμερα, αντιδρούν οι Χριστιανοδημοκράτες, που υποστηρίζουν πως «ναι μεν έχουμε συμφωνήσει σε μια κατώτατη για όλους σύνταξη, αλλά όχι σε τόσο υψηλά ποσοστά».
Επίσης, οι Σοσιαλδημοκράτες ζητούν την παράταση του χρόνου επιδόματος ανεργίας, που μέχρι τώρα φθάνει το ένα έτος. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο άνεργος λαμβάνει το 80% του τελευταίου μισθού του και μετά το διάστημα αυτό πέφτει στο κοινωνικό επίδομα των 450 ευρώ το μήνα. Οι Σοσιαλδημοκράτες στοχεύουν στην παράταση των μηνών που ο άνεργος θα παίρνει επίδομα ανεργίας και όχι κοινωνικό επίδομα.
Όμως και οι εξαγγελίες αυτές δεν φαίνεται να πείθουν το εκλογικό σώμα και τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά.

 

 

Διαμάχη για την Καγκελαρία
Την ίδια ώρα έχει ξεσπάσει και διαμάχη για το ποιος θα είναι ο υποψήφιος Καγκελάριος στις εκλογές του 2021. Η Αντρέα Νάλες δήλωσε ότι δεν θα γίνονταν πρόεδρος του κόμματος εάν δεν υπήρχε η προοπτική να είναι και υποψήφια Καγκελάριος.
Δέχθηκε τότε επίθεση από τον πρώην Καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος και χαρακτήρισε αφελή την πολιτική της και την ίδια «άσχετη» με τα οικονομικά και συμπλήρωσε πως το μεγάλο ατού των Σοσιαλδημοκρατών είναι ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ.

 

 

Μετατόπιση του εκλογικού σώματος
Παράλληλα παρατηρείται μεγάλη μετατόπιση του εκλογικού σώματος, κυρίως στο χώρο του κέντρου. Τη στιγμή που οι Σοσιαλδημοκράτες χάνουν συνεχώς ποσοστά, οι Πράσινοι βλέπουν τα δικά τους να εκτοξεύονται.
Σταθερά οι δημοσκοπήσεις τους δείχνουν γύρω στο 20% και είναι τη στιγμή αυτή το δεύτερο κόμμα μετά τους Χριστιανοδημοκράτες.
Οι ψηφοφόροι, δηλαδή, αναζητούν την κεντροαριστερά στους Πράσινους, εγκαταλείποντας τους Σοσιαλδημοκράτες. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται κατά βάση στη μεσαία τάξη που είναι και η σπονδυλική στήλη της γερμανικής οικονομίας.
Οι Χριστιανοδημοκράτες από την άλλη δεν βρίσκονται και στα καλύτερά τους, βλέπουν τα ποσοστά τους να μειώνονται με διαρροές προς την ακροδεξιά, όμως με ένα ποσοστό γύρω στο 30% είναι σε πολύ καλύτερη θέση από τους εταίρους τους, τους Σοσιαλδημοκράτες.
Κομβικό σημείο για τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη, θεωρούνται οι ευρωεκλογές του Μαΐου, όπου εκεί όλα τα κόμματα θα δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους.
Και στη Γερμανία επικρατεί ο φόβος ανόδου ακραίων δυνάμεων, όμως εάν οι Σοσιαλδημοκράτες σημειώσουν ανάλογα με αυτά που τους δίνουν τώρα οι δημοσκοπήσεις, τότε θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι εκεί θα τερματισθεί και η κυβερνητική συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες και η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ θα καταρρεύσει.