Ορίζοντας/ Συναντήσεις

Το χιούμορ του Κάφκα είναι η ίδια η βαθιά ειρωνεία του απέναντι στη δυστυχία

Η λογοτεχνία δεν θέτει ποτέ όρους και προϋποθέσεις στους αναγνώστες της, είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Ο Αντώνης Γεωργίου με την Τίνα Μανδηλαρά και τον Σπύρο Γιανναρά που συμμετέχουν στην εκδήλωση Έχει ο Κάφκα χιούμορ; που διοργανώνει το Βιβλιότροπιο, στις 13 Νοεμβρίου στις 19:30, στο Παλιό Ξυδάδικο στη Λεμεσό με την υποστήριξη της Πρεσβείας της Τσεχικής Δημοκρατίας

Έχει χιούμορ ο Κάφκα και ποια η χρήση του στο έργο του;

Τίνα Μανδηλαρά: Το χιούμορ του Κάφκα είναι η ίδια η βαθιά ειρωνεία του απέναντι στη δυστυχία, το αδιέξοδο της ύπαρξης και πηγάζει από την ανάγκη του να είναι ένας ελεύθερα σκεφτόμενος άνθρωπος και ένας δημιουργικός λογοτέχνης. Νομίζω ότι δεν έχει αναλυθεί αρκετά πόσο βαθιά ειρωνικοί είναι οι τίτλοι όλων των διηγημάτων του-από τη ‘Μεταμόρφωση’ έως τη “Σωφρονιστική Αποικία” και από τον “Νεαρό, φιλόδοξο φοιτητή…” έως τα “Τσακάλια και Άραβες” όλοι είναι άκρως ειρωνικοί, δηλωτικοί του δικού του ανατρεπτικού χιούμορ, τολμώ να πω εβραϊκού. Χαρακτηριστικό το τραγούδι της Γιοζεφίνε, από το ομότιτλο διήγημα, δηλαδή το τραγούδι μια ποντικίνας το οποίο προσπάθησε να εκφράσει όχι μόνο για το νόημα της τέχνης αλλά και την ίδια τη μοίρα των Εβραίων: “Πρόκειται πράγματι για τραγούδι; Μήπως δεν είναι παρά ένα σφύριγμα; Και από σφυρίγματα ξέρουμε όλοι, είναι ή κατεξοχήν δεξιότητα του λαού μας, ή μάλλον ούτε καν δεξιότητα αλλά μια χαρακτηριστική έκφραση ζωής”. Όσο δηλαδή, αστείο και βαθιά σατυρικό αν ακούγεται το να τραγουδάει..ένα ποντίκι, πρόκειται για ένα τραγούδι σπαρακτικό που ακούγεται από τα έγκατα της ύπαρξης. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά στη Μίλενα “Κανείς δεν τραγουδά τόσο καθάρια όσο εκείνοι που βρίσκονται στην απώτερη κόλαση: αυτό που εμείς θεωρούμε τραγούδι των αγγέλων είναι το δικό τους τραγούδι”.

Σπύρος Γιανναράς:  Νομίζω πως στον Κάφκα συναντάμε το τραγικό εκείνο χιούμορ που προκύπτει από τον αυτοσαρκασμό κι όχι από τη σάτιρα κι ακόμα λιγότερο από τη χοντροκομμένη πρόγκα. Το σωστότερο θα ήταν να μιλήσει κανείς για ειρωνεία, και όχι για χιούμορ. Δεν υπάρχει ζήτημα στον Κάφκα που να μην σχετίζεται με την υπαρξιακή του αγωνία, με την πάλη με το υπαρξιακό του αδιέξοδο, οπότε ακόμα και το χιούμορ του είναι ένα κίτρινο αυτοσαρκαστικό γέλιο, αποκαλυπτικό της τραγικής του συνθήκης. Της συνθήκης εκείνης, του ανθρώπου που παλεύει απέλπιδα για μια θέση στον κόσμο. Έναν ζείδωρο τρόπο του σχετίζεσθαι, απ’ όπου προκύπτει νομίζω και ο βαθιά μεταφυσικός χαρακτήρας της μεταφυσικής του πάλης.

Με άλλα λόγια, ο Κάφκα δεν είναι λογοτέχνης με την τρέχουσα σημασία του όρου. Δεν είναι κάποιος που αναπτύσσει «καλλιτεχνικά» ορισμένα θέματα, σκαλίζοντας τη φαντασία του, τις ώρες της σκόλης του. Εξ ου και σιχαινόταν την κοινωνική και θεσμική έκφανση της λογοτεχνίας ως τρόπου εξασφάλισης ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού status. Γι’ αυτό και η λέξη «χρήση» αναφορικά με το χιούμορ μου προκαλεί –συγχωρέστε με– ανατριχίλα. Τίποτε δεν είναι προς χρήσιν στον Κάφκα, αλλά αντιθέτως πρόκειται για έναν αχαμνό άνθρωπο που πάλεψε όλη του τη ζωή με νύχια και με δόντια ενάντια σε κάθε είδους κοινωνική, προσωπική, εργασιακή χρήση του άλλου. Το χιούμορ του, εν ολίγοις, δεν είναι ποτέ αστείο, αλλά η θλιβερά κωμική κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο ανήμπορος κι ανυπεράσπιστος άνθρωπος που έρχεται αντιμέτωπος με την φονικότητα της αυτάρκειας του σύγχρονου δυτικού υποκειμένου. Του ανθρώπου της κτίσης και της χρήσης.

Νομίζω ότι τα πάντα είναι τόσο καινούργια στον Κάφκα ακριβώς γιατί είναι αιώνια: γιατί ακόμα και σήμερα μας βασανίζει το ερώτημα της δημιουργίας, της ελευθερίας, της αγάπης και της ενοχής

Τι καινούργιο υπάρχει να ειπωθεί για τον Κάφκα;

Τίνα Μανδηλαρά: Νομίζω ότι τα πάντα είναι τόσο καινούργια στον Κάφκα ακριβώς γιατί είναι αιώνια: γιατί ακόμα και σήμερα μας βασανίζει το ερώτημα της δημιουργίας, της ελευθερίας, της αγάπης και της ενοχής. Σε ποιον βαθμό, σήμερα, όταν η ζωή μας έχει φτάσει πια να είναι ελεγχόμενη από παντού και ανελεύθερη καθώς όλα καταγράφονται με έναν ανεπαίσθητο τρόπο-ακριβώς δηλαδή με αυτόν που είχε δει ο Κάφκα- μπορούμε να διεκδικήσουμε την ουσιαστική ελευθερία; Ξεπερνώντας ακόμα και τα καίρια θέματα του καιρού του-ρατσισμό, διαφαινόμενη άνοδο του Χίτλερ κλπ-ο Κάφκα κατάφερε να δει τον άνθρωπο έξω από τα στεγανά της επικαιρότητας και να μιλήσει για τα αιώνια ζητήματα που σήμερα μοιάζουν πιο καίρια από ποτέ. Προσωπικά, κάθε φορά που τον διαβάζω, ανακαλύπτω μια νέα οπτική γωνία, μια λεπτομέρεια που φωτίζει κάτι που προηγουμένως δεν είχα αναλογιστεί, έναν νέο τρόπο να σκεφτόμαστε έξω από όσα μας υπαγορεύουν οι δάσκαλοι, θεωρητικοί κλπ, δηλαδή με ουσιαστικό τρόπο ελεύθερα. Σε κάποιο σημείο της “Αναφοράς προς μια Ακαδημία” ο Κάφκα γράφει πως “στο θέμα της ελευθερίας πλανώνται οι άνθρωποι πολύ συχνά. Κι όπως ανήκει η ελευθερία στα πλέον ευγενή συναισθήματα, έτσι ανήκει κι η αντίστοιχη πλάνη στις πλέον υψηλές”, κάτι που σκέφτομαι κάθε φορά που σπεύδω να βγάλω ένα εύκολο συμπέρασμα. Δεν ξέρω, λοιπόν, κανέναν λογοτέχνη να έχει διεκδικήσει την ελευθερία με τόσο έντονα υπαρξιακό και συνάμα μυθιστορηματικό τρόπο όπως ο Κάφκα.  Όπως γράφει και ο Κούντερα “Ο Κ., ακόμη και μέσα στην ακραία στέρηση της ελευθερίας, είναι ικανός να δει μια εύθραυστη κοπελίτσα που το κανάτι της γεμίζει αργά”.

Ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο «ιδανικός αναγνώστης» του Κάφκα, πως «πρέπει» (αν αυτό είναι δυνατό) να προσέρχεται κάποιος στο έργο του Κάφκα;

Σπύρος Γιανναράς: Η λογοτεχνία δεν θέτει ποτέ όρους και προϋποθέσεις στους αναγνώστες της, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Αυτό σημαίνει ότι δεν αξιολογεί τον δέκτη, αλλά τον εαυτό της. Το ιδανικό είναι ο στόχος του λογοτέχνη κι όχι του αναγνώστη. Ο Κάφκα κατατρύχεται σε όλη του τη ζωή από την επιθυμία της τελειότητας του γραπτού του. «Οι σφαλερές προτάσεις στήνουνε καρτέρι στην πένα μου», έλεγε. Θαυμάζει την απαράμιλλη φράση του Φλωμπέρ και καταλογίζει στον αγαπημένο του Ντίκενς συγγραφικές χοντροκοπιές. Συνεπώς στη λογοτεχνία (και όχι μόνο στον Κάφκα) δεν υπάρχει ιδανική συνθήκη και «πρέπει», όσον αφορά την προσπέλασή της. Αντιθέτως, η λογοτεχνία είναι κι από τις δυο πλευρές που την στήνουν στα πόδια της (συγγραφείς και αναγνώστες) μια άσκηση ελευθερίας. Το ότι συχνά δεν καταφέρνουμε να «μπούμε», να «εισδύσουμε» σε ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο, δεν οφείλεται στις αντιστάσεις που προβάλλει το κείμενο, αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός. Η πρόσβαση με άλλα λόγια σε ένα μεγάλο λογοτέχνημα είναι τις περισσότερες φορές ζήτημα δικής μας πνευματικής ή υπαρξιακή ανοιχτοσύνης, κι όχι κλειστότητας ή στριφνότητας του έργου. Λέμε ότι τα μεγάλα έργα είναι πολυεπίπεδα ακριβώς γιατί ξεπληρώνουν κάθε πνευματικό βαλάντιο ανάλογα με την αξία του. Μπορούν και φωτίζουν λίγο από το υπαρξιακό σκοτάδι του καθενός.

Στον Κάφκα «πρέπει» να προσέρχεται κανείς γυμνός και ανοιχτός, όπως εκείνος γδύνεται, απομένοντας οντολογικά γυμνός μπροστά στον αναγνώστη του. Χωρίς καμία δηλαδή «προϋπόθεση». Όπως όμως συμβαίνει με όλους του μεγάλους συγγραφείς της ακραίας υπαρξιακής αγωνίας, για τους οποίους η λογοτεχνία δεν είναι καριέρα, πάρεργο ή παιχνίδι, αν κανείς θέλει να διεισδύσει στον μυχό της λογοτεχνίας τους, θα πρέπει να διαβάσει μαζί, τα ημερολόγια και όλη την αλληλογραφία τους. Νομίζω πως είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς τον Πύργο, την Αμερική ή την Σωφρονιστική Αποικία, αν δεν έχει διαβάσει τα Γράμματα στη Φελίτσε και τα Ημερολόγια.

Υπάρχει έντονη η άποψη ανάμεσα σε μελετητές πως με αφετηρία τον Μαξ Μπροντ έχει δημιουργηθεί,  γύρω από το πρόσωπο και  έργο του Κάφκα μια εικόνα που εμποδίζει τη πρόσληψη του έργου του. Ποια θεωρείτε πως  είναι η μεγαλύτερη παρανόηση του έργου του;

Τίνα Μανδηλαρά: Η μεγαλύτερη παρανόηση έγκειται στο ότι οι περισσότεροι έβλεπαν και βλέπουν τον Κάφκα ως υπερβολικά “καφκικό”-το πιο καταραμένο επίθετο που θα συνοδεύει το όνομα του για πάντα: εκτός από τον Μπροντ, που στο κείμενο που συνόδευε τη “Δίκη” θεώρησε πως ο Γιόζεφ Κ. και άρα ο ίδιος ήταν ένοχος, όλοι οι επίγονοι προσπάθησαν να βγάλουν οριστικά ‘καφκικά’ συμπεράσματα για το έργο του ενώ στα βιβλία του ο συγγραφέας πάλευε διαρκώς για το αντίθετο. Οι Μαρξιστές έσπευσαν να αναλύσουν τον Κάφκα μέσα από το κοινωνιολογικό πρίσμα και οι ψυχαναλυτές εστίασαν στην έννοια της “ενοχοποίησης”. Διαβάζοντας, όμως, απλώς και μόνο τα μυθιστορήματά του βλέπει κανείς πως ο Κάφκα δεν ήθελε τίποτα άλλο, όπως έλεγε ο ίδιος, από “μια διέξοδο”-“δεξιά, αριστερά οπουδήποτε: δεν είχα άλλες απαιτήσεις κι ας ήταν η διέξοδος μονάχα μια πλάνη: η απαίτηση ήταν μικρή, η πλάνη δεν θα ήταν μεγαλύτερη. Να προχωρήσω! Να προχωρήσω! Αρκεί να μη μένω ακίνητος με τα χέρια υψωμένα, στριμωγμένος σε έναν σανιδένιο τοίχο”.

Στον Κάφκα «πρέπει» να προσέρχεται κανείς γυμνός και ανοιχτός, όπως εκείνος γδύνεται, απομένοντας οντολογικά γυμνός μπροστά στον αναγνώστη του. Χωρίς καμία δηλαδή «προϋπόθεση»

Τελικά είναι σημαντική η μελέτη και η ανάλυση των λογοτεχνικών έργων και συγγραφέων ή περισσότερο θολώνει και κάποτε αλλοιώνει τη εικόνα τους;

Σπύρος Γιανναράς: Νομίζω πως ο αληθινός μελετητής είναι εκείνος που σκάβει παράλληλα με τον συγγραφέα. Και όπως και ο συγγραφέας την ώρα που σκαλίζει το έργο του, σκαλίζει κι εκείνος, τα υπαρξιακά θεμέλια της ίδιας του της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι και οι δύο κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας παραμένουν ανοιχτοί στο άγνωστο. Είναι αλήθεια πως έχει γίνει τεράστιος ντόρος σχετικά με τις βλαβερές επιπτώσεις του έργου των Καφκολόγων. Το ενδεχόμενο όμως κακό, νομίζω πως προκύπτει στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι εντρυφούντες στον Κάφκα παραβαίνουν την θεμελιώδη συνθήκη κάθε μελέτης, και προσπαθούν να προσαρμόσουν επάνω στο έργο του μια προκατασκευασμένη θεωρία ή αντίληψη. Ακόμα και σε αυτή όμως την περίπτωση των μαρξιστικών, ψυχαναλυτικών, στρουκτουραλιστικών και λοιπών άλλων αναγνώσεων, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε συλλήβδην λανθασμένη μια τέτοιου είδους προσέγγιση. Κάθε προσπάθεια φωτισμού, ακόμα κι όταν κοιτάζει το κείμενο μέσα από παραμορφωτικό φακό, κάποιο λεπτό του ίχνος κατορθώνει να φωτίσει, υποδεικνύοντας στον αναγνώστη μια πιθανή αναγνωστική διαδρομή. Ο επαρκής αναγνώστης κορφολογεί τα ερμηνευτικά κείμενα και τελικά συνθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα, βασιζόμενος στη δική του ενδελεχή ανάγνωση των πρωτότυπων λογοτεχνικών κειμένων.

13 Νοεμβρίου στις 19:30

Παλιό Ξυδάδικο στη Λεμεσό