Το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση της ΕΔΥ για πλήρωση θέσης Δ/ντη του Υπ. Ενέργειας



Το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με την οποία πληρώθηκε η θέση του Διευθυντή Εμπορίου και Βιομηχανίας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.

Το Δικαστήριο δικαίωσε την προσφυγή που καταχώρησε εναντίον της απόφασης ένας εκ των υποψηφίων για τη θέση, ο οποίος δεν κλήθηκε σε προφορική εξέταση ενώπιον της Επιτροπής.

Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, η επίδικη θέση δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 19.9.2014 και υποβλήθηκαν γι’ αυτή συνολικά 23 αιτήσεις ενδιαφερομένων, μεταξύ αυτών και αυτή του αιτητή (Σολωμονίδη) και του ενδιαφερόμενου μέρους(Νικολαΐδης) ο οποίος είχε επιλεγεί για τη θέση.

Οι αιτήσεις των υποψηφίων για την επίδικη θέση, αποστάλησαν από τον Γραμματέα της Επιτροπής στη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία υπέβαλε, στις 3.6.2015, την έκθεση της στην Επιτροπή, συστήνοντας συνολικά υποψηφίους, όχι όμως τον εδώ αιτητή.

Ακολούθως, ο αιτητής, με επιστολή του ημερομηνίας 22.6.2015 προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής, αιτήθηκε την συμπερίληψη του στους υποψηφίους που θα καλούνταν ενώπιον της Επιτροπής σε προφορική εξέταση, ωστόσο το αίτημα του δεν ικανοποιήθηκε.
Η Επιτροπή επέλεξε, τελικά, το ενδιαφερόμενο μέρος για προαγωγή στην επίδικη θέση και αυτή δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 12.8.2016.

Ακολούθως, ο εν λόγω υποψήφιος καταχώρησε προσφυγή στις 5.9.2016 εναντίον της προαγωγής του ενδιαφερόμενου μέρους στην επίδικη θέση.

Με τη γραπτή αγόρευσή της, η πλευρά του αιτητή έστρεψε τα πυρά της εναντίον της σύστασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, καθώς και εναντίον της απόφασης της Επιτροπής, όπως μην συμπεριλάβει τον αιτητή στον κατάλογο των υποψηφίων προς κλήση ενώπιον της στη διαδικασία πλήρωσης της επίδικης θέσης.

Σύμφωνα με την απόφαση, ο αιτητής έλαβε, σε σχέση με την απόδοση του στην προφορική εξέταση ενώπιον της Συμβουλευτικής, την χαμηλότερη προβλεπόμενη αξιολόγηση «καλός», ενώ, αντίθετα, το ενδιαφερόμενο μέρος έλαβε για την απόδοση του στην προφορική εξέταση την ύψιστη προβλεπόμενη αξιολόγηση «εξαίρετος». Οι υπόλοιποι τρεις υποψήφιοι έλαβαν, για την απόδοση τους στην προφορική εξέταση, την αξιολόγηση «σχεδόν εξαίρετος» (κ. Φωτιάδης) και «πάρα πολύ καλός» (κ. Μεσημέρης, κ. Χατζήπαπας).

Ο Δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου, Γ. Σεραφείμ, έκρινε με την απόφασή του ότι «ότι η δοθείσα αιτιολογία για την απόδοση σαφώς κινείται εντός του αποδεκτού πλαισίου της πάγιας, πλέον, νομολογίας επί του ζητήματος. Συνεπώς, η απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση ενώπιον της Συμβουλευτικής ήταν νόμιμο στοιχείο, το οποίο ορθώς λήφθηκε υπόψη από την Συμβουλευτική, κατά την γενική αξιολόγηση των υποψηφίων από αυτή».

Ωστόσο, σημειώνει, «η συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων ενώπιον της Συμβουλευτικής, φαίνεται, από τα ενώπιον μου στοιχεία και κατά την κρίση μου, να πάσχει».

«Αν και οι αναφορές της Συμβουλευτικής, σε σχέση με τη γενική αξιολόγηση των υποψηφίων για τους υποψηφίους, δεν φαίνεται να εμπεριέχουν στοιχείο πλάνης, όσον αφορά την παράθεση των δεδομένων των υποψηφίων που λήφθηκαν υπόψη και καταγράφονται ορθά συγκεκριμένες αναφορές σε σχέση με τα προσόντα, αξία και αρχαιότητα εκάστου υποψήφιου, η στάθμιση αυτών, για σκοπούς απόδοσης τελικής αξιολόγησης τους και, κατόπιν, η σύγκριση που επιχειρήθηκε μεταξύ των υποψηφίων, για σκοπούς λήψης απόφασης για το ποιοι τελικώς συστήνονται από την Συμβουλευτική, προκύπτει να μην ήταν ορθή», αναφέρει.

«Αυτό, συγκεκριμένα και μόνο, στη σχέση του αιτητή με τον συστηθέντα από την Συμβουλευτική κ. Φωτιάδη. Και αυτό διότι, ο αιτητής κατείχε (όπως ορθά και ρητώς σημειώνει η Συμβουλευτική) το πλεονέκτημα του οικείου Σχεδίου Υπηρεσίας, ενώ ο Φωτιάδης όχι, ο αιτητής κατείχε και επιπρόσθετα συναφή προσόντα, ενώ ο Φωτιάδης όχι (όπως και πάλιν ορθά σημειώνει η Συμβουλευτική) και ο αιτητής υπερτερούσε του Φωτιάδη και σε αρχαιότητα (όπως και πάλιν ορθά σημειώνει η Συμβουλευτική) κατά πέντε (5) περίπου χρόνια στην προηγούμενη της επίδικης θέση. Στη βαθμολογημένη αξία, οι εν λόγω υποψήφιοι ήταν ισοδύναμοι μεταξύ τους», αναφέρει περαιτέρω.

Υπό αυτά τα δεδομένα, σημειώνει, «εύλογα τίθεται το ερώτημα, πως ο αιτητής έλαβε την γενική αξιολόγηση (στον γενικό συνυπολογισμό όλων των στοιχείων του) «πολύ καλός» (έστω ψηλότερη από την απόδοση του στην προφορική εξέταση), σε σχέση με τη γενική αξιολόγηση του Φωτιάδη «σχεδόν εξαίρετος» (όπως και κατά την απόδοση του στην προφορική εξέταση)».

Ο Δικαστής αναφέρει ότι μολονότι το αποτέλεσμα της προφορικής εξέτασης είναι, όντως, στοιχείο, στο οποίο ορθώς δίνεται βαρύτητα σε θέσεις ψηλά στην ιεραρχία όπως την παρούσα και η διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ευρεία αυτό δεν αρκεί, «κατά την κρίση μου», με βάση τα εδώ δεδομένα, στο να συνιστά νόμιμη αιτιολογία για τον (συγκριτικό πάντα) χαρακτηρισμό στη γενική αξιολόγηση του Φωτιάδη ως «σχεδόν εξαίρετος» έναντι του «πολύ καλός» του αιτητή, όταν ο αιτητής κατέχει το πλεονέκτημα και ο Φωτιάδης όχι, ο αιτητής έχει πρόσθετα προσόντα που δεν έχει ο εν λόγω συστηνόμενος και ο αιτητής υπερέχει ουσιωδώς (κατά πέντε περίπου χρόνια) σε αρχαιότητα έναντι του κ. Φωτιάδη, ενώ δεν υστερεί έναντι του σε βαθμολογημένη αξία.

Ουσιαστικά, αναφέρει, «η Συμβουλευτική κατέστησε ανεπίτρεπτα το αποτέλεσμα της προφορικής εξέτασης ενώπιον της ως υπερκριτήριο για την απόδοση της γενικής βαθμολογίας που απέδωσε στο κ. Φωτιάδη, η οποία δεν δικαιολογείται συγκριτικά προς την γενική βαθμολογία που δόθηκε στον αιτητή, με βάση όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία κρίσεως».

Συνεπώς, αναφέρει, «με βάση τα προαναφερθέντα, η έκθεση της Συμβουλευτικής και, ειδικότερα, η σύσταση της για τον κ. Φωτιάδη έναντι του αιτητή, πάσχει γι’ αυτό τον λόγο και συμπαρασύρει την τελική απόφαση της Επιτροπής, η οποία υιοθέτησε αυτή, απορρίπτοντας έτσι το αίτημα του αιτητή για συμπερίληψη του στους συστηθέντες από την Συμβουλευτική και καλώντας τους συστημένους (και μόνο) ενώπιον της, σε ακυρότητα».

«Δεν μου διέλαθε, τέλος, της προσοχής, ότι ο Φωτιάδης δεν ήταν, τελικά, ο επιλεγέντας υποψήφιος για τη θέση. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι, ο αιτητής στερήθηκε ενδεχόμενα, λόγω των ανωτέρω (το ζήτημα ανάγεται στην αρμοδιότητα της Συμβουλευτικής και της Επιτροπής και όχι του Δικαστηρίου να αποφασίσει εκ νέου κατά την επανεξέταση), της δυνατότητας να προσέλθει ενώπιον της Επιτροπής σε προφορική εξέταση στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας και αποτελεί άγνωστο, ποια θα ήταν η τελική κρίση και επιλογή της Επιτροπής, αν ο αιτητής τελικώς συμμετείχε στην περαιτέρω διαδικασία ενώπιον της και μετά τον συνυπολογισμό του αποτελέσματος της προφορικής εξέτασης του ενώπιον της Επιτροπής», καταλήγει ο κ. Σεραφείμ, ο οποίος ακύρωσε την επίδικη απόφαση.