Συνεντεύξεις στη Νίκη Κουλέρμου

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Νίκος Χριστοδουλίδης και ο διεθνολόγος, μέλος του Π.Γ. του ΑΚΕΛ, Τουμάζος Τσιελεπής «διασταυρώνουν» τις τοποθετήσεις τους με αφορμή τις τουρκικές προκλήσεις και την προοπτική επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας για λύση. Συμφωνούν ότι το φυσικό αέριο πρέπει να αξιοποιηθεί ως καταλύτης για λύση του Κυπριακού. Από κει και πέρα ωστόσο διαφέρουν οι προσεγγίσεις στο πώς θα επαναρχίσει η διαδικασία. Αν και συμφωνούν στο σημείο ότι δεν μπορεί η προσπάθεια να επαναρχίσει πριν εκτονωθεί η παρούσα κρίση…

Ερωτήσεις:

  1. Με όλες αυτές τις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι το φυσικό αέριο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για λύση του Κυπριακού;
  2. Κάποιοι εκτιμούν ότι η χλιαρή αντίδραση της διεθνούς κοινότητας στις τουρκικές προκλήσεις ήταν και ένα μήνυμα ότι ευθύνεται και η ε/κ πλευρά για την αποτυχία του Κραν Μοντανά. Πώς το σχολιάζετε;
  3. Πώς μπορεί να επαναρχίσουν οι συνομιλίες χωρίς να αφήνονται περιθώρια για την ακραία θέση της τουρκικής πλευράς για συνομιλίες εκτός των παραμέτρων του ΟΗΕ;

Νίκος Χριστοδουλίδης:

nikos xristodoulidis

 

Αναλογιστείτε πώς θα συμπεριφερόταν η Τουρκία αν αποδεχόμασταν αυτά που ζητούσε σε σχέση με το κεφάλαιο της Ασφάλειας και των Εγγυήσεων

1. Πρέπει όλοι να αντιληφθούμε ότι η Τουρκία θα προχωρήσει σε επίλυση του Κυπριακού όχι γιατί θα αναγνωρίσει το παράνομο της συνεχιζόμενης κατοχής ή την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο. Η Τουρκία για να προχωρήσει σε επίλυση του Κυπριακού θα πρέπει είτε να νιώσει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει ενδεχόμενα οφέλη για την ίδια, είτε αν παραμείνει η παρούσα κατάσταση πραγμάτων που θα έχει σημαντικό κόστος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο και η εξέταση της όποιας προοπτικής συμμετοχής και της Τουρκίας στις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, εάν φυσικά επιλυθεί το Κυπριακό, θεωρώ ότι ναι μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά και ως κίνητρο για λύση του Κυπριακού. Η ίδια συλλογιστική μπορεί να επεκταθεί και για τους Τουρκοκύπριους. Πρόκειται δηλαδή για ένα σημαντικό κίνητρο και για τους ίδιους τους Τουρκοκύπριους.

Αποτελεί γεγονός ότι οι ενέργειες της Τουρκίας στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχουν να κάνουν και δεν σχετίζονται με την προστασία των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Οι τουρκικές ενέργειες αποσκοπούν στο να εξυπηρετήσουν αποκλειστικά και μόνο την ικανοποίηση ενός εκ των βασικών στόχων της Τουρκίας που είναι να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο, ελέγχοντας αριθμό μέσων μεταφοράς φυσικού αερίου, καθώς και των τιμών του.

Σε σχέση με τους Τουρκοκύπριους και το θέμα της εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας, να σας θυμίσω ότι συνεχίζει να υφίσταται η σύγκλιση που είχε επιτευχθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων Χριστόφια – Ταλάτ, η οποία προνοεί ότι οι αποφάσεις που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες (χωρικά ύδατα, συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα, αποκλειστική οικονομική ζώνη) ως αυτές ορίζονται από τη Σύμβαση των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας 1982, θα αποτελούν ομοσπονδιακή αρμοδιότητα στην επανενωμένη Κύπρο.

Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση έχει προβεί σε ένα σημαντικό βήμα που αποδεικνύει με απτό τρόπο τη δέσμευσή της στην αρχή ότι ο φυσικός πλούτος του νησιού ανήκει στο κράτος και σε όλους τους νόμιμους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι στόχος μας είναι η πλήρης αξιοποίηση της προοπτικής που διαφαίνεται ότι υπάρχει στον τομέα των υδρογονανθράκων, με τους καλύτερους δυνατούς όρους, ούτως ώστε να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη για το σύνολο του κυπριακού λαού. Προς αυτή την κατεύθυνση, έχει προωθήσει στη Βουλή νομοσχέδιο, το οποίο προνοεί τη σύσταση κρατικού ταμείου για τη διαχείριση των όποιων μελλοντικών αποθεμάτων υδρογονανθράκων, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα υφιστάμενων και μελλοντικών γενεών όλων των Κυπρίων, στη βάση του νορβηγικού μοντέλου, όπως επίσης διεθνώς αναγνωρισμένων αρχών και βέλτιστων πρακτικών.

2. Αν οι τελευταίες εξελίξεις αποδεικνύουν κάτι πέραν πάσης αμφιβολίας είναι το ότι πολύ ορθά δεν έγιναν αποδεκτές στο Κραν Μοντανά οι απαιτήσεις της Τουρκίας για εγγυητικά και παρεμβατικά δικαιώματα στην Κύπρο και μόνιμη παρουσία τουρκικού στρατού στο νησί. Αναλογιστείτε αν η Τουρκία συμπεριφέρεται σήμερα με τον συγκεκριμένο τρόπο, πώς θα συμπεριφερόταν αν αποδεχόμασταν αυτά που ζητούσε σε σχέση με το κεφάλαιο της Ασφάλειας και των Εγγυήσεων.

Από όλες τις αντιδράσεις είναι ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ερευνά και να αξιοποιεί τον φυσικό πλούτο της στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.

3. Καταρχήν να σημειώσω ότι της εξέτασης του ενδεχομένου επανέναρξης των συνομιλιών θα πρέπει να προηγηθεί ο τερματισμός των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας. Τούτου λεχθέντος, η γενικότερή μας προσέγγιση στο Κυπριακό εστιάζεται σε δύο βασικά δεδομένα.

Πρώτον, εκείνο που πρέπει όλοι, και Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, να αντιληφθούν σε σχέση με το Κυπριακό, είναι ότι η παρούσα κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να αποτελεί τη λύση του Κυπριακού. Η παρούσα κατάσταση είναι αρνητική εξέλιξη για το σύνολο του κυπριακού λαού και εγκυμονεί κινδύνους.

Δεύτερο, μετά και την πρόσφατη αποτυχία στο Κραν Μοντανά λόγω των θέσεων της τουρκικής πλευράς, αλλά και του γεγονότος ότι από το 1974 παρήλθαν 44 χρόνια και πολλές πρωτοβουλίες χωρίς αποτέλεσμα, πρέπει όλοι μας να κατανοήσουμε ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια μιας νέας αποτυχίας στο Κυπριακό.

Έχοντας υπόψιν τα δύο αυτά δεδομένα και κτίζοντας σε όλα αυτά τα σημαντικά που επιτεύχθηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της τελευταίας διαπραγματευτικής διαδικασίας, ξεκάθαρος στόχος μας είναι να συνεχίσουμε την προσπάθεια για τερματισμό της κατοχής και επανένωση της πατρίδας μας. Ο Πρόεδρος κατ’ επανάληψη έχει αποταθεί στον ΓΓ των ΗΕ εκφράζοντας όχι μόνο την ετοιμότητά του, αλλά και πώς συγκεκριμένα μπορεί να δημιουργηθούν δεδομένα επανέναρξης του διαλόγου που θα έχει βάσιμες προοπτικές θετικής κατάληξης. Κανείς, ούτε τα ΗΕ ούτε και εκείνα τα κράτη που επιδεικνύουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Κυπριακό, συζητούν επανέναρξη του διαλόγου εκτός του πλαισίου των ΗΕ και των όσων σημαντικών προέκυψαν μέσα από την τελευταία διαπραγματευτική διαδικασία.

Τουμάζος Τσιελεπής:

TSELEPIS

Όσα ακολούθησαν το Κραν Μοντανά και εξακολουθούν να συμβαίνουν μας πικραίνουν, αλλά δεν μας εκπλήσσουν

1. Πάντα πιστεύαμε ότι το φυσικό αέριο μπορεί να αποδειχθεί ευλογία ή κατάρα. Καθήκον μας είναι να συνεχίσουμε, ανεξαρτήτως δυσκολιών και επιπλοκών, να αξιοποιούμε το φυσικό αέριο ως καταλύτη για λύση του Κυπριακού. Γι’ αυτό άλλωστε φροντίσαμε έγκαιρα, και δη από τις αρχές του 2010, να κάνουμε κάτι σε αυτό το ζήτημα. Ασφαλώς το θέμα των υδρογονανθράκων ποτέ δεν ήταν στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Υπάρχουν, όμως, στοιχεία της διαπραγμάτευσης που έχουν έμμεση πλην σαφή σχέση με το φυσικό αέριο. Συζητώντας τις ομοσπονδιακές αρμοδιότητες καταλήξαμε ότι η ΑΟΖ θα πρέπει να περιλαμβάνεται σε αυτές. Συμφωνήσαμε επίσης ότι στο ζήτημα της οριοθέτησης θα προχωρούμε όπως προνοεί η Συνθήκη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επιπλέον, στις ομοσπονδιακές αρμοδιότητες θα ανήκουν και οι φυσικοί πόροι. Στο δε κεφάλαιο της Οικονομίας καταλήξαμε στον τρόπο διαμοιρασμού των ομοσπονδιακών εσόδων ανάμεσα στο κέντρο και τις συνιστώσες πολιτείες. Αυτές οι συγκλίσεις, τις οποίες υπενθυμίζει και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ στην πρόσφατη έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ουσιαστικά επιλύουν το ζήτημα του φυσικού αερίου ταυτόχρονα με τη λύση του Κυπριακού. Έτσι μπορέσαμε απρόσκοπτα να προχωρήσουμε στην πρώτη επιτυχή γεώτρηση στο οικόπεδο «Αφροδίτη» χωρίς η Τουρκία να μπορέσει να μας παρεμποδίσει.

2. Οι τουρκικές προκλήσεις παραβιάζουν κατάφωρα τόσο το συμβατικό όσο και το εθιμικό Δίκαιο της Θάλασσας και ως τέτοιες θα έπρεπε να τύχουν πολύ πιο αποφασιστικής αντίδρασης εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει, κάτι που πρέπει να πω ότι δεν μας εκπλήσσει. Η ιστορία του Κυπριακού από το 1974 και μετά διδάσκει ότι τα πιο σοβαρά τετελεσμένα επιχειρούνταν σε περιόδους όπου δεν υπήρχε διαπραγματευτική διαδικασία χωρίς να φαίνεται και να καταγράφεται -όχι από εμάς αλλά από τα Ηνωμένα Έθνη- η αποκλειστική τουρκική υπαιτιότητα. Μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά ο Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Έκθεσή του ουσιαστικά επαινεί την Τουρκία για τη στάση της και επιρρίπτει τις ευθύνες στους δύο ηγέτες. Όσα ακολούθησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν μας πικραίνουν, αλλά δεν μας εκπλήσσουν. Το ζήτημα πλέον είναι τι κάνουμε από δω και πέρα με δεδομένο ότι μόνο διπλωματικά μπορούμε να αντιδράσουμε και ότι η στάση του ΟΗΕ, της ΕΕ και γενικότερα της διεθνούς κοινότητας είναι χλιαρή.

3. Οι συνομιλίες δεν μπορούν να επαναρχίσουν σε συνθήκες κρίσης. Το πρώτο που επιβάλλεται να γίνει είναι η εκτόνωση της κρίσης και αμέσως μετά να αρχίσει η προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών. Όμως, δεν είναι αρκετή η φραστική διακήρυξη ότι είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε σε διαπραγμάτευση. Ο Γ.Γ. δεν πείθεται ότι όντως υπάρχουν τέτοιες προϋποθέσεις και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στις δύο Εκθέσεις του μετά το Κραν Μοντανά. Πολύ φοβούμαστε ότι αν ο κ. Γκουτέρες δεν εξασφαλίσει διαβεβαιώσεις ότι οι δύο ηγέτες είναι έτοιμοι να προχωρήσουν από κοινού σε μια διαπραγματευτική διαδικασία με διαφύλαξη των μέχρι σήμερα συγκλίσεων, του πλαισίου Γκουτέρες και του μηχανισμού εφαρμογής της λύσης και με πακετοποιημένη διαπραγμάτευση των βασικών εκκρεμούντων θεμάτων, πολύ δύσκολα θα πειστεί να εμπλακεί σε επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Όσο για την τουρκική πλευρά, πολλά και απαράδεκτα είναι αυτά που διακηρύσσει, αλλά αν η ελληνοκυπριακή πλευρά δείξει ετοιμότητα να προχωρήσει με τον πιο πάνω τρόπο και αρνηθούν να ακολουθήσουν, εκείνοι είναι που θα βρεθούν εκτεθειμένοι.

Συμπερασματικά, το ερευνητικό πρόγραμμα πρέπει να συνεχιστεί, με πλήρη επίγνωση πως ενόσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο, και μάλιστα χωρίς να καταγράφεται η τουρκική αδιαλλαξία, θα βρίσκουμε συνεχή εμπόδια και κλιμάκωση των προκλήσεων από την πλευρά της Τουρκίας. Και σε όσους λένε ότι αν προχωρήσουμε τώρα με το Κυπριακό η Τουρκία θα επιβάλει τους δικούς της όρους, υπενθυμίζουμε ότι η διαπραγμάτευση δεν θα αρχίσει από το μηδέν, αλλά με διαφύλαξη του κεκτημένου των συνομιλιών. Το οποίο περιλαμβάνει κατάργηση των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων, μόνο συμβουλευτικό ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων κατά την περίοδο εφαρμογής της λύσης, επιστροφή της Μόρφου και πολλά άλλα.