Της Μαρίνας Νεοφύτου

Ευρωπαϊκή και παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης για το κλίμα και το περιβάλλον κήρυξε την περασμένη Πέμπτη (28 Νοεμβρίου) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με αφορμή τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα («COP25») που θα πραγματοποιηθεί στη Μαδρίτη από 2 μέχρι 13 Δεκεμβρίου.

Οι ευρωβουλευτές καλούν επίσης την εκλεγείσα πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντε Λάιεν, να συμπεριλάβει στόχο μείωσης κατά 55% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030 στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Σε αυτό το πνεύμα λοιπόν, η Κύπρος καλείται μέχρι το τέλος του 2019 να υποβάλει το Εθνικό της Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα για την περίοδο 2021-30 βάσει των έως τώρα στόχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κλιματική κρίση.


Μπορεί εύλογα να διερωτάται κανείς: Γιατί η Κύπρος να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία, όταν η συνεισφορά της στις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου (αναγνωρισμένα ως η κύρια αιτία της κλιματικής αλλαγής) θα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ κάτω κι από τα όρια του στατιστικού λάθους, εάν τη συγκρίνουμε με την παγκόσμια κλίμακα; Γι’ αυτό το ερώτημα θα πρέπει να διευκρινίσουμε κατ’ αρχήν ότι το κλίμα -και ως εκ τούτου η κλιματική αλλαγή- είναι ένα ζήτημα πολλαπλών τόπων, δηλαδή πολλαπλών κλιμάκων… με εύρος από την μικρο-τοπική (χώρες, πόλεις, γειτονιές) μέχρι την παγκόσμια κλίμακα -τον πλανήτη.

Συνεπώς, για να απαντήσουμε, η τοπικότητα του κλίματος στην Κύπρο πάντα θα προσδιορίζεται και από τις τοπικές μας δράσεις ως σημαντική συνιστώσα ανάμεσα στις επιδράσεις που απορρέουν και από την παγκόσμια κλίμακα – μακροκλίμακα. Παράλληλα, αν αναλογιστούμε την τρωτότητα στην κλιματική αλλαγή των μικρών χωρών, ιδιαίτερα των νησιών, που αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι αντιστρόφως ανάλογη της συνεισφοράς τους στις εκπομπές, μπορεί να διερωτάται κανείς πόσο δίκαιο είναι να αναμένουμε αυτές τις χώρες να αμφισβητήσουν και να αναθεωρήσουν το μοντέλο ανάπτυξής τους ή της οικονομίας τους, που κατά κύριο λόγο βασίζεται μέχρι στιγμής στη χρήση των ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να θέσουμε και να απαντήσουμε πρώτα ένα άλλο ερώτημα: Σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζήσουμε εμείς και τα παιδία μας; Και ποιο αξιακό σύστημα θέλουμε να υπηρετήσουμε;

Συμπεράσματα

Με αυτές τις σκέψεις ως ερέθισμα, ξεκίνησε και η δημόσια συζήτηση στο Πανεπιστήμιο Κύπρου που οργανώθηκε από το Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Πολυτεχνικής Σχολής «Ενεργειακές Τεχνολογίες και Αειφόρος Σχεδιασμός», με σκοπό την ανατροφοδότηση στο ολοκληρωμένο εθνικό προσχέδιο Πλάνο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα για την περίοδο 2021-30, που παρουσιάστηκε δημόσια την 1η του Νοέμβρη.

Η δημόσια συζήτηση στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ξεκίνησε με μια συνοπτική παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου από τους κύριους συντάκτες του, αφιερώνοντας μετέπειτα σημαντικό χρόνο στη συζήτηση-διαβούλευση εμπλέκοντας φοιτητές/ριες, ακαδημαϊκούς, σημαντικό αριθμό εκπροσώπων από οργανισμούς, αλλά και απλούς πολίτες. Πιο κάτω παραθέτω τα πιο σημαντικά σημεία ανατροφοδότησης στο Σχέδιο ως απορρέον της δημόσιας συζήτησης. Πρώτη βασική παρατήρηση είναι ότι το Εθνικό προΣχέδιο παρουσιάζεται να μην επιτυγχάνει αποδεδειγμένα με τα προτεινόμενα μέτρα-δράσεις τον πρώτο από τους τρεις βασικούς του στόχους (εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου), αυτόν δηλαδή για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου.

Συγκεκριμένα, πετυγχαίνει μια μείωση μόνο 14% αντί της στόχευσης του 24%. Λαμβάνοντας υπόψη τα αναμενόμενα απορρέοντα υψηλά κόστη από τη μη-επίτευξη στόχων και την περαιτέρω αύξηση τους λόγω αυξημένης ζήτησης, καταφεύγοντας αναγκαστικά στο Διεθνές Σύστημα Εμπορίας, εδώ θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να επενδυθούν έγκαιρα σε στοχευμένους τομείς που αποδεδειγμένα έχουν τη μεγαλύτερη συνεισφορά στις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου στην Κύπρο, όπως ο τομέας των Μεταφορών, που αποτελεί το 50% στο εθνικό σύνολο. Μάλιστα, φαίνεται από τη Μελέτη Αντικτύπου ότι το κόστος-πέναλτι στο καλύτερο σενάριο ανέρχεται στα 55 εκατομμύρια ευρώ, ενώ στο χειρότερο σενάριο ανεβαίνει στα 110 εκατομμύρια, σημαντικό ποσό, που σε κάθε περίπτωση μπορεί να επενδυθεί στη σταδιακή απεξάρτηση του τομέα από τα ορυκτά καύσιμα και το σταδιακό σχεδιασμό ενός ολοκληρωμένου και βιώσιμου συστήματος μεταφορών. Δεύτερη βασική παρατήρηση από τη συζήτηση είναι ότι στην παρούσα του εκδοχή το Εθνικό Σχέδιο δεν τεκμηριώνει επαρκώς τη στρατηγική, τη μεθοδολογία και το σχεδιασμό υλοποίησης των άλλων δύο από τους τρεις στόχους που αφορούν στη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και την Ενεργειακή Απόδοση (ΕΑ), σημαντικά στοιχεία που χωρίς αυτά δεν διασφαλίζεται η επίτευξή τους.

Ο ρόλος της συμμετοχής του πολίτη αναδεικνύεται κομβικός, όπως φαίνεται από τους σχετικά οριακούς ποσοτικούς δείκτες επίτευξης των άλλων δύο από τους τρεις στόχους-πυλώνες (ΑΠΕ και ΕΑ), συνεπώς ο ρόλος της εκπαίδευσης (σε όλα τα επίπεδα –από δημοτική σε πανεπιστημιακή), καθώς επίσης και της καλλιέργειας κουλτούρας και επικοινωνίας, θα πρέπει να ενισχυθούν πολύ περισσότερο και πολύ πιο στοχευμένα.

«Πράσινη» φορολογία

Ο ρόλος της οικονομικής αγοράς και η χρήση επιπρόσθετων σχετικών εργαλείων, όπως η «πράσινη» φορολογία, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν περισσότερο ως μέρος και μέτρο στη διαδικασία υλοποίησης των στόχων του Σχεδίου –ζήτημα που δεν έχει επαρκώς αναπτυχθεί. Ο ρόλος του πρασίνου και της δενδροφύτευσης δεν έχει συμπεριληφθεί, ενώ είναι κρίσιμος για την Κύπρο, όπως διαφαίνεται και μέσα από προσομοιώσεις της κλιματικής αλλαγής και μεταβολές της θερμοκρασίας και βροχόπτωσης, και ως εκ τούτου θα πρέπει κατ’ αρχάς να αναλυθεί και να αναχθεί ως αντίστοιχο μέτρο υλοποίησης.

Τέλος, και πιο σοβαρό, είναι ότι στην όλη του φιλοσοφία το Σχέδιο δεν αναλύει και ούτε εντάσσει επαρκώς τον σχεδιασμό της χρήσης του φυσικού αερίου, στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής για την κλιματική αλλαγή, και κατά συνέπεια δεν παρουσιάζει ένα όραμα με μια μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη στρατηγική για χρήση των ΑΠΕ έναντι του φυσικού αερίου.

Δεν δικαιολογείται ούτε αιτιολογείται ο μέχρι στιγμής σχεδιασμός για σχετικά χαμηλό ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ αναλογικά με το υφιστάμενο μέγιστο εφικτό ποσοστό διείσδυσης που θα μπορούσε να πετύχει η Κύπρος. Η επιμονή στη διαδικασία εξόρυξης φυσικού αερίου από την Κυπριακή Δημοκρατία (ούσα σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον που επιφέρει επιπρόσθετα κόστη σε ένα πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον αγοράς φυσικού αερίου) έναντι χρήσης/εισαγωγής φυσικού αερίου, ως μέρος μιας μεταβατικής στρατηγικής, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς!

Για να απαντήσουμε, μάλλον πρέπει να θέτουμε το προηγούμενο ερώτημα: Ποιο αξιακό σύστημα θέλουμε να υπηρετήσουμε;

*Αναπληρώτρια καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Συντονίστρια του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος της Πολυτεχνικής Σχολής «Ενεργειακές Τεχνολογίες και Aειφόρος Σχεδιασμός»