Της Αντωνίας Λαμπράκη

Είναι ανησυχητική η εμφάνιση νέων μορφών εργασίας, που πόρρω απέχουν από τη συμβατική ρυθμισμένη απασχόληση.
Ακριβή στοιχεία ως προς τις διαστάσεις του φαινομένου της αγοράς υπηρεσιών δεν υπάρχουν διαθέσιμα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι χρόνο με τον χρόνο διογκώνεται

Δυσκολεύει ολοένα το εργασιακό περιβάλλον στον τόπο μας και παρά τη σχετική υποχώρηση της επίσημης ανεργίας, είναι ανησυχητική η εμφάνιση νέων μορφών εργασίας, που πόρρω απέχουν από τη συμβατική ρυθμισμένη απασχόληση. Οι νέες μορφές εργασίας θέτουν τον εργαζόμενο σε δυσμενέστερη θέση ως ο πιο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα.

Εκατοντάδες εργαζόμενοι στο δημόσιο, ημιδημόσιο και ιδιωτικό τομέα, λόγω των δύσκολων και πιεστικών συνθηκών που επικρατούν στην κυπριακή αγορά εργασίας, υποχρεώνονται να συγκατατεθούν σε εργοδότησή τους με μίσθωση αγοράς υπηρεσιών με τακτό χρονικό συμβόλαιο, συνήθως έναντι μονίμων κενών θέσεων. Τα τελευταία χρόνια, με αφετηρία την οικονομική κρίση, σημειώνεται έξαρση αυτής της μορφής εργοδότησης. Πληθώρα είναι οι προκηρύξεις διαγωνισμών για αγορά υπηρεσιών, που στόχο έχουν τη φθηνή εργατική δύναμη, για την κάλυψη αναγκών που αφορούν καθήκοντα γραμματειακού προσωπικού ώς και επιστημονικού.

Εργαζόμενοι οι οποίοι καθημερινά προσέρχονται σε συγκεκριμένο χώρο, κτυπούν κάρτα εργασίας και είναι υπόλογοι σε προϊστάμενο, χαρακτηρίζονται ως αυτοτελώς εργαζόμενοι και επιβαρύνονται με την καταβολή εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, παρά το γεγονός ότι υπάρχει σαφής υπαλληλική σχέση με τον εργοδότη. Εργαζόμενοι οι οποίοι αποστερούνται βασικών δικαιωμάτων, που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία (δεν δικαιούνται ανεργιακό, δεν δικαιούνται επίδομα ασθενείας) ή και την οικεία κλαδική συλλογική σύμβαση. Οι οποίοι ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να βρεθούν μετέωροι, αφού ακόμη και στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασής τους, δεν θα είναι σε θέση να αμφισβητήσουν την εργοδοτική απόφαση.

Ακριβή στοιχεία ως προς τις διαστάσεις του φαινομένου της αγοράς υπηρεσιών δεν υπάρχουν διαθέσιμα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι χρόνο με τον χρόνο διογκώνεται.

Προεξάρχοντα ρόλο στην έξαρση αυτής της κρυφής μισθωτής εργασίας διαδραματίζει η κυβέρνηση, που αντί να μεριμνήσει να θέσει κάποιο νομικό πλαίσιο, κατά παράβαση του νόμου των συμβάσεων και εκ του πονηρού κινούμενη, είδε την αγορά υπηρεσιών ως εργαλείο φθηνής εργατικής δύναμης, για ταχεία κάλυψη μονίμων αναγκών της, παρακάμπτοντας γραφειοκρατικές διαδικασίες μέσω της ΕΔΥ. Έτσι, με αδιαφανείς διαδικασίες, χωρίς τα άτομα να περάσουν από τις προβλεπόμενες διαδικασίες, προσλαμβάνονται και συνήθως ασκούν τα ίδια και τα αυτά καθήκοντα με το μόνιμο προσωπικό.

Από την περίπτωση των εργαζομένων των Κρατικών Ινστιτούτων Επιμόρφωσης-ΚΙΕ, τους οποίους το κράτος, εν μια νυκτί μετέτρεψε σε αυτοεργοδοτούμενους έτρεξε πολύ νερό στο αυλάκι.

Όταν, λοιπόν, το κράτος ως εργοδότης λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, έστω και αν το Υπουργείο Οικονομικών εκδίδει εγκυκλίους, συστήνοντας την αποφυγή τέτοιων προσλήψεων, επιχειρώντας να δημιουργήσει άλλοθι, ο ιδιωτικός τομέας ακολουθεί τις ίδιες πρακτικές.
Με στόχο την αποτελεσματικότερη διαχείριση του φαινομένου της αγοράς υπηρεσιών και την προστασία των εργοδοτουμένων, το ΑΚΕΛ προωθεί την εισαγωγή νομικού πλαισίου.

Ειδικότερα, πρόταση νόμου που στοχεύει στη θέσπιση νομοθεσίας, μέσω της οποίας θα ορίζονται κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις, αναφορικά με την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου, κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Ανδρέας Φακοντής. Στην πρόταση νόμου περιλαμβάνονται τα κριτήρια της Σύστασης 198 του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του 2006, αλλά και στην ατζέντα για την αξιοπρεπή εργασία της Οργάνωσης.

«Τα τελευταία χρόνια, κυρίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι εργασιακές σχέσεις, σε μεγάλο βαθμό, έχουν απορρυθμιστεί και αποσυναρμολογηθεί σε βάρος του εργαζόμενου και στην αγορά εργασίας παρατηρείται έξαρση του φαινομένου της υπόκρυψης της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου με διάφορες μεθόδους, μεταξύ άλλων, με την αγορά υπηρεσιών και την ψευδοαπασχόληση, που παρατηρείται έντονα, τόσο στο δημόσιο και ημιδημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα», σημειώνει ο Ανδρέας Φακοντής, στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης νόμου, που θα φέρει την ονομασία ο περί του καθορισμού των ελάχιστων κριτηρίων και προϋποθέσεων σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου.
Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ σημειώνει επίσης, ότι «η υπόκρυψη της πραγματικής σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου αποτελεί ηθικά μεμπτή πρακτική, η οποία στερεί από άτομα που κατ’ ουσία είναι εργοδοτούμενοι, της προστασίας και των δικαιωμάτων που η ιδιότητα του εργοδοτουμένου παρέχει».

Στην προτεινόμενη νομοθεσία παρατίθεται σειρά κριτηρίων και προϋποθέσεων με τη σημείωση ότι όταν συντρέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη-εργοδοτούμενου:

• καταβολή εισφορών από τον εργοδότη προς όφελος του εργοδοτουμένου στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων
• περιοδική καταβολή μισθού προς τον εργοδοτούμενο
• διεκπεραίωση εργασίας προσωπικά από τον εργοδοτούμενο
• εκτέλεση της εργασίας σύμφωνα με τις οδηγίες και υπό τον έλεγχο και εποπτεία του εργοδότη
• εκτέλεση της εργασίας εντός καθορισμένου από τον εργοδότη ωραρίου ή σε καθορισμένο από τον εργοδότη χώρο
• παροχή από τον εργοδότη των απαραίτητων για την εργασία εργαλείων, υλικών και μηχανημάτων, για την εκτέλεσή της
• αναγνώριση δικαιωμάτων και παροχή ωφελημάτων προς τον εργοδοτούμενο
• απουσία οικονομικού κινδύνου για τον εργαζόμενο και εκτέλεση της εργασίας κατ’ αποκλειστικότητα ή κατά κύριο λόγο προς όφελος του εργοδότη
• ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να επιλέγει και να τερματίζει τη σύμβαση εργασίας με τον εργοδοτούμενο.
«Στην περίπτωση που πληροίται τουλάχιστον ένα από τα προαναφερθέντα κριτήρια και προϋποθέσεις, υφίσταται σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου, ανεξάρτητα από το πώς τα δύο μέρη αποκαλούν την εν λόγω σχέση και σε καμία περίπτωση δεν δύναται η σχέση αυτή να παρουσιάζεται ή να αποτελεί άλλου είδους σχέση, όπως μίσθωση υπηρεσιών», σημειώνεται στην πρόταση του ΑΚΕΛ.
Επιπλέον, η προτεινόμενη νομοθεσία προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη όπως ενημερώνει γραπτώς τον εργοδοτούμενο για τους όρους απασχόλησής του, σύμφωνα και με το νόμο περί ενημέρωσης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη για τους όρους εργασίας.
Αρμόδια αρχή εφαρμογής της νομοθεσίας προτείνεται το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας. Η αρμόδια Αρχή έχει υποχρέωση να ορίζει επιθεωρητές για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο εφαρμογής της νομοθεσίας.

Εργαζόμενοι πολλαπλών ταχυτήτων

Σε εργασιακό περιβάλλον με εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων μετατράπηκε τα τελευταία χρόνια το δημόσιο και ημιδημόσιο, με την έξαρση των προσλήψεων με το καθεστώς της μίσθωσης υπηρεσιών.

Στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών δήλωναν ότι ένας αριθμός εργαζομένων προφανώς, έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου εργασίας. «Δημιουργούνται υπάλληλοι τριών ή και περισσότερων ταχυτήτων, οι μόνιμοι, οι έκτακτοι, οι συμβασιούχοι και αυτοί που μπήκαν από την πλαϊνή, οι οποίοι μπορούν να τεκμηριώσουν ότι η μίσθωσή τους ήταν σαφής σχέση εξαρτημένης εργασίας και δικαιολογημένα δημιουργούνται ερωτηματικά αναφορικά με τις ευθύνες εκείνων των προϊσταμένων οι οποίοι παράνομα, σύμφωνα με το νόμο περί συμβάσεων, προκήρυσσαν διαγωνισμούς αγοράς υπηρεσιών και πλέον αυτοί οι εργοδοτούμενοι δικαιολογημένα μπορούν να εγείρουν διεκδικήσεις για κατοχύρωση δικαιωμάτων». Ίσως, σύντομα, δήλωναν τα ίδια στελέχη, «να βρεθούμε αντιμέτωποι με μια οργανωμένη ομάδα εργοδοτουμένων με το καθεστώς της μίσθωσης υπηρεσιών οι οποίοι να διεκδικούν μονιμοποίηση, όπως στο παρελθόν οι έκτακτοι και τότε ποιος θα αναλάβει την ευθύνη ρύθμισης του θέματος;».

Και οι δήμοι λειτουργούν με αγοραστές υπηρεσίες

Η αγορά υπηρεσιών βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αφού η κυβέρνηση παραμένει φειδωλή στην αποδέσμευση θέσεων.

Ο γ.γ. της συντεχνίας ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ, Νίκος Γρηγορίου, με δήλωσή του στην «Κυριακάτικη Χαραυγή» αναφέρει ότι «την τελευταία πενταετία διογκώθηκε το πρόβλημα της μίσθωσης υπηρεσιών στους δήμους, οι οποίοι υπό το βάρος πιεστικών συνθηκών και με το ζήτημα της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να καθυστερεί, η κυβέρνηση δεν άφηνε άλλη επιλογή, από την πρόσληψη προσωπικού με τη μορφή της αγοράς υπηρεσιών για την κάλυψη μόνιμης ανάγκης». Μάλιστα, όπως ανάφερε ο κ. Γρηγορίου, «το τελευταίο διάστημα, προκειμένου να διασφαλιστεί η μη δημιουργία σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου, κάποιοι δήμοι επιλέγουν την αγορά υπηρεσιών από εταιρείες αντί από ένα άτομο».

Ο γ.γ. της ΣΗΔΗΚΕΚ καταλογίζει ευθύνες στην κυβέρνηση για την έξαρση της νέας μορφής εργασίας, μέσω προσφοροδοτικών διαγωνισμών. «Κρύβεται η κυβέρνηση, τη βολεύει αυτή η μορφή εργασίας για διάφορους λόγους» δηλώνει και παραπέμπει σε σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών προς τους επάρχους (2018), όταν σύστηνε την πρόσληψη προσωπικού με αγορά υπηρεσιών, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του συνδικαλιστικού κινήματος, που κατήλθε σε παγκύπρια στάση εργασίας και οδήγησε στην απόσυρση της εγκυκλίου και στην πρόσκληση όπως συγκεντρωθούν όλες οι κενές θέσεις για αξιολόγηση.

Ελεγκτής: Παρανομεί το δημόσιο

Ο Γενικός Ελεγκτής, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, κακίζει την κυβέρνηση για την πρακτική πρόσληψης εργαζομένων στο δημόσιο μέσω της αγοράς υπηρεσιών και αναμένει ότι θα ληφθούν μέτρα περιορισμού της και τήρησης των νομοθετικών διαδικασιών, ώστε να λειτουργεί η ισονομία. Με δηλώσεις στην «Κυριακάτικη Χαραυγή», ο Γενικός Ελεγκτής υποδεικνύει ότι «η εργοδότηση υπαλλήλων πρέπει να γίνεται μέσω των απαιτούμενων και προβλεπόμενων διαδικασιών, είτε ως μόνιμη, είτε ως έκτακτη θέση», καταγγέλλοντας ότι παρατηρείται κατάχρηση αυτής της διαδικασίας. Παρατηρούμε, ανέφερε ο κ. Μιχαηλίδης, «ότι συχνά Τμήματα του δημοσίου παράνομα χρησιμοποιούν την αγορά μίσθωσης υπηρεσιών, όχι για να εξασφαλίσουν κάποιες συγκεκριμένες υπηρεσίες, αλλά για να εργοδοτήσουν υπάλληλο, και αυτή η πρακτική αποτελεί γάγγραινα».