Για άλλη μια φορά με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου θα διαβάσουμε κείμενα τα οποία θα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και στο ποιος είπε το «Όχι».

Πρόκειται για τη γνωστή ιστορική διαμάχη, η οποία πηγάζει κυρίως από ιδεολογικά κίνητρα. Με βάση τα γεγονότα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Μεταξάς με μισή καρδιά και με μάτια δακρυσμένα είπε γαλλιστί στον Ιταλό πρέσβη το γνωστό «Alors, c’ est la guerre», δηλ. «έχουμε πόλεμο, λοιπόν». Από την άλλη, ο αντίλογος λέει ότι ουσιαστικά ο Μεταξάς αναγκάστηκε να πει αυτό που είπε μη έχοντας άλλη επιλογή. Και υποστηρίζεται ότι το πραγματικό «Όχι» το είπε ο ίδιος ο λαός με τον ξεσηκωμό του.

Λένε πολλοί ότι η αλήθεια συνήθως βρίσκεται στη μέση δύο απόψεων. Ωστόσο όταν έχουμε γραπτά από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον ίδιο τον Μεταξά, δεν χωρούν και πολλές αμφισβητήσεις.

Η Ελλάδα κράτος φασιστικό

Δεν σηκώνει καμία αμφισβήτηση ότι η Ελλάδα από τον Αύγουστο του 1936 είχε μετατραπεί σε ένα κράτος φασιστικό, στα πρότυπα της Ιταλίας κυρίως. Ο Μεταξάς, λοιπόν, δηλώνει ο ίδιος φασίστας. Ωστόσο αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να πει με τον δικό του τρόπο το «Όχι» στον ομοϊδεάτη του Μουσολίνι. Όμως τίθεται το ερώτημα αν αυτό μετατρέπει τον Μεταξά σε αντιφασίστα ή θέτει τον Μεταξά στη θέση του υπερασπιστή των συμφερόντων του ελληνικού λαού; Ασφαλώς και όχι. Ούτε το ένα ούτε το άλλο ισχύει. Δεν χρειάζεται να καθορίσουμε εμείς τι ήταν το καθεστώς του Μεταξά και πού στηριζόταν ιδεολογικά. Το γράφει ο ίδιος στο Ημερολόγιό του, όπου αυτοπροβάλλεται ως ο υπέρτατος κάτοχος της ναζιστικής αλήθειας: «Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό. Κράτος αντικοινοβουλευτικό. Κράτος ολοκληρωτικό. Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν είχε βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήτανε ο Λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς».

Η απογοήτευση του Μεταξά από τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι

Παράλληλα με αυτό ισχύει και μια άλλη αλήθεια, ότι ο Ιωάννης Μεταξάς ενώ ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο. Ο Μεταξάς στη συνέχεια του Ημερολογίου του εκφράζει την απογοήτευσή του για τη στάση των Χίτλερ και Μουσολίνι απέναντι στην Ελλάδα.

Γράφει συγκεκριμένα: «Επομένως, αν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι αγωνίζονταν πραγματικά για την ιδεολογία που υψώσανε για σημαία, έπρεπε να υποστηρίζουν παντού την Ελλάδα με όλη τους την δύναμη…»

Στη συνέχεια εκφράζει το παράπονο ότι «η Ιταλία, που ωστόσο ανεγνώριζε την συγγένεια του Ελληνικού καθεστώτος προς το δικό της, έπρεπε να είναι φιλικώτατη προς την Ελλάδα, ειλικρινά και πιστά φιλικώτατη. Και όμως ήταν εχθρική». Όσον αφορά τον Χίτλερ, γράφει: «Αλλά περίμενα, εγώ τουλάχιστον, ότι δεν θα είχε ευθύς εξ αρχής ξεπουλήσει την Ελλάδα στην Ιταλία σαν να ήτανε άψυχο αντικείμενο χωρίς αξία μάλιστα. Συνεπώς και αυτός πηγαίνει, σχετικά με την Ελλάδα, στην κατηγορία του Μουσολίνι».

Μάλιστα ο ίδιος διεκδικεί την αυθεντία του φασισμού και του ναζισμού κατηγορώντας τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι ότι πρόδωσαν την ιδεολογία τους: «Λοιπόν και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώσανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή…»

Η εξάρτηση από τους Βρετανούς

Ο Μεταξάς, λοιπόν, ένιωθε προδομένος από τους ομοϊδεάτες του, τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Κι ένιωθε έτσι, διότι το Βερολίνο ζητούσε από αυτόν, προκειμένου να μην υποστεί επίθεση, να ενταχθεί η Ελλάδα στη «Νέα Τάξη Πραγμάτων», όπως την αποκαλούσαν, και να παραχωρήσει εδάφη στην Ιταλία και στη Βουλγαρία. Αυτά δεν αποτελούν εικασίες ούτε εκτιμήσεις. Τα είπε ο ίδιος ο Μεταξάς στις 30 Οκτωβρίου, δύο μέρες μετά την ιταλική επίθεση, όταν μίλησε στους συντάκτες του αθηναϊκού Τύπου. Είπε συγκεκριμένα ότι ζητούσε επίμονα από το Βερολίνο να μάθει τους όρους. «Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορούσε να είναι αύτο το ελάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς».

Ο Μεταξάς φοβόταν ότι αν αποδεχόταν κάτι τέτοιο, τότε δικαιολογημένα και η Βρετανία θα έκοβε τα πόδια της Ελλάδας: «Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των».

Στην Ελλάδα συνέβαινε τότε ένα παράδοξο. Ενώ ο Πρωθυπουργός ήταν φασίστας και το καθεστώς του φασιστικό, η κυβέρνησή του ήταν ουσιαστικά εντολοδόχος προάσπισης των βρετανικών συμφερόντων στη χώρα. Κι αυτό, όπως σημειώνει ο διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας Βλάσης Αγτζίδης, γιατί ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ ήταν φίλαγγλος και στις εκλογές του 1936, στις οποίες επικράτησαν και πάλι οι μοναρχικοί, σε συνδυασμό με την αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για να βρεθεί μια λειτουργική λύση στη διακυβέρνηση, έδωσε την ευκαιρία στον Γεώργιο Β’ να επιβάλει ένα ελεγχόμενο απολύτως απ’ αυτόν αυταρχικό καθεστώς μέσω του Ιωάννη Μεταξά, αρχηγού του ασήμαντου Κόμματος των Ελευθεροφρόνων.

Και προσθέτει: «Μέσω του Γεωργίου η εξάρτηση από τη Μεγάλη Βρετανία ήταν αδιαμφισβήτητη. (…) Σε έγγραφα του Foreign Office που δημοσίευσε ο Γ. Κολιόπουλος φαίνεται σαφώς από μια δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών, σερ Antony Eden, ότι καθόλου δεν ενδιέφερε τη Βρετανία η ιδεολογία των καθεστώτων που ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της.

Ακριβώς αυτό το πλαίσιο ερμηνεύει το γεγονός ότι ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο. Κατά συνέπεια η αντιπαλότητα του φασιστικού Άξονα με την Ελλάδα ήταν δεδομένη, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής συνάφειας και των προσωπικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του Μεταξά και του Χίτλερ».

«Όχι» υπό το φόβο της κατάρρευσης της κυβέρνησης

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Μεταξάς νοιαζόταν περισσότερο για τη διατήρηση της κυβέρνησής του στην εξουσία, παρά για το καλό της Ελλάδας.

Στην ίδια ομιλία του ο Μεταξάς το παραδέχεται αυτό!

Λέει ότι εκτός από την αντίδραση της Βρετανίας, αν προσχωρούσε στη «Νέα Τάξη Πραγμάτων» του Χίτλερ και του Μουσολίνι, «ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία δια vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ’ εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο δια την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν».

Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως ακόμα και όταν η Ελλάδα δεχόταν την ιταλική επίθεση, ο Μεταξάς δεν συζητούσε καν το ενδεχόμενο να προχωρήσει στον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας από όλα τα κόμματα που είχε ανάγκη εκείνες τις ώρες η χώρα και αρνήθηκε επίμονα να χρησιμοποιηθούν στο μέτωπο εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί, επειδή ήταν βενιζελικοί. Όπως σημειώνει ο Γεώργιος Α. Λεονταρίτης, «μπροστά στον «κίνδυνο» να κλονιστεί το καθεστώς του, αδιαφορούσε για το εθνικό συμφέρον και για την άμυνα της Ελλάδας», αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό που συνέβη με τους κρατουμένους στην Ανάφη. Η κυβέρνηση Μεταξά μέσω του Υπουργού Ασφάλειας Νίκου Μανιαδάκη αρνήθηκε το αίτημά τους να αφεθούν ελεύθεροι για να πάνε στο μέτωπο.

«Ο Μεταξάς με τον Μανιαδάκη προτίμησαν βέβαια να τους κρατήσουν δέσμιους για να τους παραδώσουν σε λίγο οι άνθρωποί τους στους κατακτητές, που θα συνέχιζαν το έργο της «4ης Αυγούστου». Προτού να φτάσουν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί, οι εξόριστοι προσπάθησαν να πείσουν τους χωροφύλακες να φύγουν όλοι μαζί για την Κρήτη, όπου βρισκόταν η κυβέρνηση. Αλλά ενώ η υπόλοιπη φρουρά πείστηκε, αντέδρασε ο διοικητής ανθυπασπιστής Ι. Ρήγας, πιστός υπηρέτης του καθεστώτος, ο οποίος παρέδωσε τελικά τους εξόριστους στους κατακτητές».

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η δικτατορική κυβέρνηση αγνόησε την έκκληση του γ.γ. του ΚΚΕ, Ν. Ζαχαριάδη, για συστράτευση εναντίον της ιταλικής επίθεσης και τον κράτησε στη φυλακή, όπως και χιλιάδες άλλους κομμουνιστές για να τους παραδώσουν αργότερα στους Γερμανούς. Επίσης είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μεσούντος του πολέμου, η κυβέρνηση του Μεταξά ασχολείτο με τη συντριβή του ΚΚΕ, εκδίδοντας τον πλαστό «Ριζοσπάστη» για να προκαλέσει εσωτερικά προβλήματα στο ΚΚΕ.

Επιμέλεια: Μιχάλης Μιχαήλ