Ορίζοντας/Ανοιχτός Ορίζοντας

 Το Όνομα και η Παρένθεση του

Το κτίσμα της σημερινής οδού Πατριάρχου Γρηγορίου 20 στη Λευκωσία είναι, εκτός από τα θρησκευτικά μνημεία, το μοναδικό κτίσμα στην Κύπρο που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορία της Οθωμανικής περιόδου. Παρ’ όλο που το αρχικό κτίσμα οικοδομήθηκε πριν από το 1571, οπότε και ξεκινά η Οθωμανική περίοδος, εντούτοις η ζωντανή του παρουσία στη ζωή της Λευκωσίας και στη συνείδηση των κατοίκων της το συνδέει με το Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο: δραγομάνο (διερμηνέα), φοροσυλλέκτη, μεγαλογαιοκτήμονα, μεσάζοντα, που έφερε τον τίτλο του ‘αντιπροσώπου των μη-μουσουλμάνων’ κατοίκων, γεγονός που τον τοποθέτησε στο κέντρο της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής και ζωής του νησιού από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι το θάνατό του, το 1809. Ο Χατζηγεωργάκης, η γυναίκα του Μαρουδιά και τα παιδιά τους έζησαν μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αυτό το κτίριο. Έχουμε, λοιπόν, επιλέξει να δηλώνουμε τη μοναδικότητα του μνημείου και του μουσείου όχι στην κύρια προσφώνηση του Εθνολογικού Μουσείου, αλλά στο συμπληρωματικό τίτλο που η επίσημη ονομασία έχει μορφοποιήσει σε παρένθεση (Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου). Η συζήτηση όμως που έχει ανοίξει τις τελευταίες μέρες γύρω από το κτίριο επικεντρώνεται στην παρένθεση και όχι στο κυρίως μέρος, αντιστρέφοντας ξαφνικά τη βαρύτητα των δύο μερών του ονόματος.

Η οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου είναι το μοναδικό σημείο σε ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία που μας θυμίζει ότι η Οθωμανική περίοδος στην Κύπρο, πέρα από μια σαφώς θρησκευτική πτυχή (φανερή στα οθωμανική τεμένη) είχε και μια κοσμική, μια καθημερινότητα. Η καθημερινότητα του συγκεκριμένου χώρου δε, είχε προεκτάσεις σε όλο τον πληθυσμό του νησιού.

Η παρένθεση αυτή κλείνει περισσότερα από μια επεξήγηση (μουσείο το οποίο στεγάζεται στην οικία του τάδε) ή μια παράλληλη περιγραφή του μνημείου (και εθνολογικό μουσείο και σπίτι). Είναι γεγονός ότι η σημερινή μουσειολογική προσέγγιση χαρακτηρίζεται από μια έλλειψη σαφήνειας. Μέσα στο σπίτι συνυπάρχουν τουλάχιστον δύο εποχές, η Οθωμανική περίοδος του Χατζηγεωργάκη και ο 20ος αιώνας των τελευταίων κληρονόμων. Ταυτόχρονα, εκτίθενται βυζαντινά και εκκλησιαστικά αντικείμενα. Η επιλογή αυτή αντανακλά ως ένα βαθμό τα εμπλεκόμενα μέρη: κράτος, κληρονόμους, εκκλησία. Παρ’ όλ’ αυτά, μπορούμε να διακρίνουμε έντονα τους κραδασμούς της καθημερινότητας του χώρου. Ας το επαναδιατυπώσουμε: η οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου είναι το μοναδικό σημείο σε ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία που μας θυμίζει ότι η Οθωμανική περίοδος στην Κύπρο, πέρα από μια σαφώς θρησκευτική πτυχή (φανερή στα οθωμανική τεμένη) είχε και μια κοσμική, μια καθημερινότητα. Η καθημερινότητα του συγκεκριμένου χώρου δε, είχε προεκτάσεις σε όλο τον πληθυσμό του νησιού. Αυτό το στοιχείο και  μόνο θα έπρεπε να ήταν αρκετό ώστε όχι μόνο να μη γίνονται σκέψεις για μετατροπή του σε ο,τιδήποτε άλλο, αλλά να είχαν προχωρήσει εδώ και χρόνια οι εργασίες επανέκθεσης και ολοκλήρωσής του ως μουσείου της συγκεκριμένης περιόδου.

Η παρένθεση του ονόματος μας θυμίζει επίσης ότι το κτίριο ήταν ένα σπίτι. Το μουσείο ανήκει έτσι σε μια μακρά παράδοση μουσείου-σπιτιού όπου η ιστορική καθημερινότητα, αν και εξαιρετικά προνομιακή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποκτά μια ιδιαίτερη αμεσότητα. Μέσα σε ένα σπίτι (τώρα μουσείο), οι άνθρωποι έτρωγαν, πλένονταν, θύμωναν, ανάρρωναν, χαίρονταν, κοιμούνταν, ντύνονταν, τσακώνονταν, έπαιζαν, μαγείρευαν, κουβαλούσαν, πρόδωναν και αγαπούσαν, διέταζαν και υπηρετούσαν. Έξω από το σπίτι μαζεύτηκαν επίσης το 1804 Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι έτοιμοι να το κάψουν γιατί κινδύνευαν να λιμοκτονήσουν. Ο Χατζηγιωργάκης τους είχε διπλοφορολογήσει, ενώ ταυτόχρονα για δύο χρόνια συγκέντρωνε τεράστιες ποσότητες σιτηρών τις οποίες πουλούσε, στη διπλή τιμή, στην Ισπανία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων (Χατζηκυριάκου, Μνήμων, 2016). Ο εσωτερικός τοίχος της εισόδου είναι ακόμα μαυρισμένος από τις δάδες του εξαγριωμένου πλήθους. Το κτίριο, ως σπίτι, θυμίζει ότι αν και απόρθητο φρούριο του παντοδύναμου ανδρός, μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς κοινωνικής συγκρότησης και συλλογικής απαίτησης. Κάτι που φαίνεται να το καταφέρνει, ξανά, σήμερα.

Δέσπω Πασιά

Παιδαγωγός, μουσειολόγος και υποψήφια διδάκτορας στο UCLInstitute of Education.