Στο προηγούμενο σημείωμα παραθέσαμε τα ιστορικά δεδομένα για τη λήψη απόφασης για τη δημιουργία ένοπλου κινήματος στην Κύπρο, την στάση του Μακαρίου, του Γρίβα, των πρωτεργατών της ιδέας Σάββα και Σωκράτη Λοϊζίδη, αλλά και τις αρνητικές αντιδράσεις από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης.

Παρά τις όποιες αρνητικές απόψεις και επιφυλάξεις, η ομάδα των αδελφών Λοϊζίδη στην Αθήνα συνέχιζε τις ενέργειες της.

Εξουδετερώνεται παράλληλη ενέργεια

Την ίδια περίοδο και ανεξάρτητα από τις ενέργειες των αδελφών Λοϊζίδη για τη σύσταση ένοπλης οργάνωσης στην Κύπρο, παρόμοια κίνηση γινόταν και από τον κύπριο γιατρό Ιωάννη Χατζηπαύλου Ιωαννίδη ο οποίος ζούσε εξόριστος από το 1931 στην Ελλάδα. Ο Ιωαννίδης είχε συστήσει μια οργάνωση με την ονομασία Κύπριοι Αγωνιστές Ριψοκίνδυνοι Ηγέτες (Κ.Α.Ρ.Η.).

Σε αυτή την οργάνωση είχαν μυηθεί κύπριοι φοιτητές στην Ελλάδα όπως οι Ρ. Κυριακίδης, Π. Στυλιανού, Π. Παπαδόπουλος, Ν. Αγγελίδης, Φ. Παπαφώτης, Θάσος Σοφοκλέους και άλλοι[1], ενώ εξ’ όσων φαίνεται από τις μαρτυρίες, αναμεμιγμένος στην υπόθεση αυτή ήταν και ο στρατηγός Μενέλαος Παντελίδη και είχε τις ευλογίες του αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνα.

Μέσα στο 1953 ο Ιωαννίδης ήρθε σε επαφή με τον Σωκράτη Λοϊζίδη στον οποίο ανέφερε τις προθέσεις του.

Ο Ιωαννίδης ανέφερε στον Λοϊζίδη ότι συνεργαζόταν με τον πρώην αξιωματικό του Ναυτικού Θεόδωρο Καλιανέση και κύπριους φοιτητές.

Ο Λοϊζίδης μετέφερε στην Επιτροπή Αγώνα όσα του είπε ο Ιωαννίδης και ξανασυνάντησε τον δεύτερο μεταφέροντας του την απόφαση της Επιτροπής ότι να σταματήσουν κάθε ενέργεια κι αν θέλουν να συνενωθούν μαζί τους. Του είπε ακόμη ότι η δική τους προσπάθεια είναι προχωρημένη κι ότι έστειλαν ήδη και όπλα στην Κύπρο.[2]

Ο Καλιανέσης στην Κύπρο

Το 1953 και πριν γίνουν όσα προαναφέραμε, ο Αθηνών Σπυρίδωνας έστειλε τον Καλιανέση στην Κύπρο για να κάνει αναγνώριση εδάφους.

Τον παρέλαβε ο Α. Αζίνας ο οποίος τον περιόδευσε σε διάφορα σημεία της Κύπρου.

Ο Αζίνας σημειώνει ότι ο Καλιανέσης δεν κρατούσε κλειστό το στόμα του και μίλησε για τον σκοπό της επίσκεψης του σε δύο τρεις παράγοντες της Λεμεσού.

Το πληροφορήθηκε αυτό ο Αζίνας και ειδοποίησε σχετικά τον Μακάριο ο οποίος συνάντησε τον Καλιανέση.

Μετά τη συνάντηση και κατόπιν συνεννόησης με τον Μακάριο, ο Καλιανέσης «βραχυκυκλώθηκε» κι έφυγε από την Κύπρο.[3]

Συνάντηση Καλιανέση με Παπαϊωάννου

Εκτός από τον Μακάριο κι άλλους παράγοντες, ο Θεόδωρος Καλιανέσης επισκέφθηκε και τον τότε γ.γ. του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου.

Όπως καταγράφει ο ίδιος ο Παπαϊωάννου[4], στα μέσα του 1954 τον επισκέφθηκε ένα μυστηριώδης τύπος από την Ελλάδα ο οποίος δεν αποκάλυψε το όνομα του.

Ο Παπαϊωάννου τον συνάντησε στα γραφεία του Νέου Δημοκράτη, της εφημερίδας του κόμματος και μόλις συναντήθηκαν του ανέφερε ότι «κάποτε ανήκε και στο ΚΚΕ[5] το οποίο εγκατέλειψε» και ότι τον συνάντησε για να του πει ότι στην Κύπρο θα γίνει ένοπλο κίνημα και ότι το ΑΚΕΛ έπρεπε να μείνει μακριά!

Ο Παπαϊωάννου έδιωξε κακήν κακώς τον Καλιανέση και στη συνέχεια ενημέρωσε την ηγεσία του κόμματος για τη συνάντηση.

Ο Παν. Παπαδημήτρης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις μιας ζωής στη δημοσιογραφία» αναφέρεται στη συνάντηση Παπαϊωάννου, αναφέροντας λανθασμένα ότι αυτή έγινε όχι με τον Καλιανέση αλλά με τον Ζαφείρη Βάλβη, συνεργάτη του Γρίβα. Η πληροφόρηση του, όπως καταγράφεται στις σελίδες 110-114, είναι βασισμένη στην αφήγηση προς τον ίδιο του πρώην ηγετικού στελέχους του ΑΚΕΛ Διομήδη Γαλανού. Όμως η αναφορά Παπαϊωάννου σε συνδυασμό με την αναφορά Αζίνα, πιστοποιεί ότι η συνάντηση έγινε με τον Καλιανέση.

Ο Μακάριος πρόεδρος της Επιτροπής Αγώνα

Ο Μακάριος ενημερώθηκε για τις εξελίξεις που προωθούνταν για τη σύσταση Επιτροπής για οργάνωση ένοπλου κινήματος.

Όταν βρέθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1952 ο Μακάριος συναντήθηκε με τον Σωκρ. Λοϊζίδη ο οποίος τον ενημέρωσε για τη σύσταση της Επιτροπής Αγώνα. Ο Μακάριος είχε αποδεχτεί να συμμετάσχει στην Επιτροπή με τον όρο ότι θα χρηματοδοτούσε την όλη προσπάθεια.

Στις 2 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό την προεδρία του Μακαρίου στο σπίτι του καθηγητή Δ. Βεζανή, ενώ στις 21 του μήνα έγινε και δεύτερη σύσκεψη στο σπίτι το Σάββα Λοϊζίδη.

Σε εκείνη τη σύσκεψη, πρόεδρος της Επιτροπής ορίστηκε ο Μακάριος και αναπληρωτής ο Γεώργιος Στράτος.

Ο Γρίβας ορίζεται στρατιωτικός αρχηγός

Επανερχόμαστε στο θέμα του διορισμού του Γρίβα ως στρατιωτικού αρχηγού της οργάνωσης.

Η ομάδα χωρίς ουσιαστικά να έχει καμία εξασφάλιση στήριξης από πουθενά προχωρεί και ορίζει τον Γρίβα ως τον επικεφαλής του ένοπλου τμήματος της οργάνωσης η οποία θα δημιουργηθεί.

«Πρότασις αναλήψεως ενόπλου αγώνος εν Κύπρω μου εγένετο βραδύτερον και υπό των Γεώργιου Στράτου, πρώην Υπουργού Στρατιωτικών και των αδελφών Σάββα και Σωκράτη Λοϊζίδη το Μάιον του 1951, ην και απεδέχθην, υπό τον όρον μεταβάσεως μου εις Κύπρον προς επιτόπιον μελέτην της όλης καταστάσεως. Από της στιγμής αυτή πλέον το εθνικοαπελευθερωτικόν κίνημα της Κύπρου προσλαμβάνει την μορφήν ουσιαστικής αποφάσεως και μετεπηδά από την σφαίραν του αφημημένου ιδανικού εις την περιοχήν της ενεργού δράσεως», γράφει ο Γρίβας.[6]

Διαφορετική άποψη για το ποιος πρότεινε τον Γρίβα για συνεργασία στην Επιτροπή, διατυπώνει στο βιβλίο του ο Παναγιώτης Παπαδημήτρης.

Γράφει συγκεκριμένα στη σελίδα 110: «Όλοι ή οι περισσότεροι, υποστήριζαν ότι τον Γρίβα πρότειναν στον Μακάριο για να ηγηθεί του Αγώνας της ΕΟΚΑ οι αδελφοί Σωκράτης και Σάββας Λοϊζίδης.

Όμως ο Μακάριος είχε άλλη άποψη. Του τον εισηγήθηκε, όπως είπε, ο Αθηναίος δικηγόρος Ζαφείριος Βάλβης, από τους στενότερους συνεργάτες του Γρίβα στην αντικομουνιστική – αντικατοχική οργάνωση “X” στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής».

Ο Σπ. Παπαγεωργίου υποστηρίζει ότι η οριστική πρόταση έγινε από τον ίδιο τον Μακάριο σε άλλη συνεδρίαση της Επιτροπής.

«Υπήρχον δια την θέσιν και έτεροι δύο στρατιωτικοί ως υποψήφιοι, ο στρατηγός Ν. Παπαδόπουλος («παππούς») και ο κυπριακής καταγωγής στρατηγός Μ. Παντελίδης».

Προσθέτει δε ότι «Ο Μακάριος ετάχθη υπέρ του Γρίβα, τον οποίον εγνώρισε το πρώτον κατά το 1945 και εξετίμησε την ικανότητα και δράσιν του επί της οργανώσεως «Χ».

Ο Α. Αζίνας από την πλευρά του αναφέρει ότι ο Παντελίδης είχε άλλη θεώρηση για τις μεθόδους που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν και δεν ήταν υπέρ του αυστηρού αντάρτικου και ότι «Τάχθηκε υπέρ των λαϊκών κινητοποιήσεων και του περιορισμού του αγώνα σε μελετημένες σταθερές, ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις των Άγγλων».[7]

Και προσθέτει ότι άλλοι στρατιωτικοί ανέπτυξαν στον Μακάριο άλλες απόψεις, όπως ότι ο αγώνας στην παρανομία να διευθύνεται από επιτροπή εκτός Κύπρου, η οποία να καθοδηγεί ασύλληπτη εκ του μακρόθεν, άλλοτε με έδρα την Ελλάδα, άλλοτε με έδρα μία από τις φίλες Αραβικές χώρες.[8]

Φαίνεται ότι ο πραγματικός λόγος που ο Μακάριος έδωσε τη συγκατάθεσή του ή αποδέχθηκε να δοθεί η αρχηγεία στον Γρίβα, οφειλόταν στον λόγο που αναφέρει ο Σπ. Παπαγεωργίου, δηλαδή η γνωριμία από παλιά με τον Γρίβα ως αρχηγού της οργάνωσης “X”.

Η ορκωμοσία της Επιτροπής Αγώνα

Μετά την ολοκλήρωση της σύστασης της Επιτροπής Αγώνα, στις 7 Μαρτίου 1953 τα μέλη της Επιτροπής συναντήθηκαν στο σπίτι του καθηγητή Γεράσιμου Κοδινάρη όπου έδωσαν τον όρκο της οργάνωσης.

Τον όρκο διάβαζε ο Μακάριος και τον επαναλάμβαναν οι παρευρισκόμενοι.

Σημειωτέον ότι ο Γρίβας δεν παραβρισκόταν σε εκείνη τη συνάντηση και υπέγραψε τον όρκο αργότερα.

Επιμέλεια κειμένου: Μιχάλης Μιχαήλ

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

  1. Έγγραφο (βίζα) που συμπλήρωσε ο Γρίβας όταν αφίχθηκε στο νησί το 1952. (Φωτό από φάκελο του Βρετανικού ΥΠΕΞ).

 

  1. Ο Ζαφείρης Βάλβης, ο Αθηναίος δικηγόρος και κοινός φίλος του Μακαρίου και του Γρίβα, στέλεχος της οργάνωσης «Χ». Φέρεται ως ένας από αυτούς που πρότειναν στον Μακάριο τον Γρίβα για στρατιωτικό αρχηγό της ΕΟΚΑ. (Φωτό, αρχείο Σπ. Παπαγεωργίου).

 

  1. Ακόμα ένα από τα έγγραφο (βίζα) Κύπρο που συμπλήρωσε ο Γρίβας όταν αφίχθηκε στο νησί το 1953. (Φωτό από φάκελο του Βρετανικού ΥΠΕΞ).

 

[1] Συνέντευξη Θ. Σοφοκλέους στον γράφοντα,  εκπομπή «Κύπρος και Ιστορία», Άστρα 92,8, 1997.

[2] Συνεντεύξεις Θ. Σοφοκλέους και Α. Αζίνα στον γράφοντα, Άστρα 92,8, 1997, Σπ. Παπαγεωργίου «Κυπριακή Θύελλα» σελ. 79.

[3] Συνέντευξη Α. Αζίνα στον Κων/νο Καλλιγά, εφ. ΑΓΩΝ Νοέμβριος 1964, καθώς και «Κυπριακή Θύελλα», σελ. 81.

[4] Εζ. Παπαϊωάννου «Ενθυμίσεις από τη ζωή μου», σελ.95, 96.

[5] Ο Θεόδωρος Καλιανέσης ήταν αδελφός του στρατηγού του ΔΣΕ, Γιώργη Καλιανέση.

[6] Γ. Γρίβα «Απομνημονεύματα», σελ. 15, Σάββα Λοϊζίδη «Άτυχη Κύπρος», σελ. 97-98, Α. Αζίνα «50 χρόνια σιωπής» τ. Α΄, σελ.189.

[7] Α. Αζίνα «50 χρόνια σιωπής», τ. Α, σελ. 209.

[8] Στο ίδιο.