Του Άντρου Γ. Καραγιάννη*

Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένας Αυστριακός συγγραφέας, ο Viktor E. Frankl, βίωσε για τρία χρόνια την αιχμαλωσία στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Άουσβιτς και του Νταχάου, και αφού επέζησε, περιέγραψε τις τρομακτικές του εμπειρίες από το ολοκαύτωμα στο βιβλίο του με τίτλο «Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας». Τα βιώματά του στα στρατόπεδα του θανάτου προκαλούν θλίψη αλλά και θυμό για τις θηριωδίες που έγιναν εις βάρος εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο συγγραφέας αναπτύσσει στις σελίδες του έργου του θεωρίες που μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση της ψυχολογίας του φυλακισμένου, μιας ψυχολογίας που έγινε γνωστή ως το σύνδρομο της «ασθένειας των συρματοπλεγμάτων».

Οι κρατούμενοι στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως αντιπροσωπεύουν, σύμφωνα με τον Frankl, τον μέσο άνθρωπο. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για μας που μετά το 1974 κατοικούμε στις ακριτικές και ημικατεχόμενες περιοχές του νησιού μας, ερχόμενοι καθημερινά σε επαφή με το συρματόπλεγμα. Στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως ο κρατούμενος εξευτελίζεται και χάνει την αντοχή του, ενώ εμείς αντιστεκόμενοι, παραμένουμε αγέρωχοι, παρ’ όλες τις δυσκολίες διαβίωσης λόγω του εγκλεισμού μας εντός περιορισμένων ορίων. Από όσα προκύπτουν από τις μαρτυρίες του Frankl στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως όσοι κρατούμενοι στέλνονταν κατά τη διαλογή προς τα αριστερά, σήμαινε ότι αυτοί ήταν άρρωστοι και ανίκανοι για εργασία και αποστέλλονταν απευθείας στο κρεματόριο και στα λουτρά. Όσοι στέλνονταν προς τα δεξιά, προορίζονταν για εργασία και εξασφαλιζόταν για αυτούς παράταση ζωής, μέχρι να καταλήξουν και οι ίδιοι στο ειδικό στρατόπεδο του θανάτου.

Αντιθέτως εμείς συνεχίζουμε να πορευόμαστε προς τα εμπρός με το κεφάλι ψηλά, γιατί έχουμε σκοπό στη ζωή να αντέξουμε το κάθε τι, όπως ενδεικτικά αναφέρει ο Νίτσε. Βέβαια στο περιβάλλον του περίκλειστου στρατοπέδου συχνά η απογοήτευση, η απραξία και η αγανάκτηση οδηγούν τον άνθρωπο σε απόγνωση, με αποτέλεσμα πολλοί κρατούμενοι να αυτοκτονούν, πριν σταλούν στους θαλάμους αερίου. Εμείς, όμως, δεν θα ριχτούμε μέσα στο συρματόπλεγμα, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αγγίζοντας τον ηλεκτρικά φορτισμένο συρματοφράκτη, αλλά θα συνεχίσουμε να ζούμε ως «ελεύθεροι πολιορκημένοι» δίπλα από αυτό, με την ελπίδα ότι μια μέρα θα καταρριφθεί. Είμαστε ένα μικρό, ζωντανό κομμάτι μιας ανθρώπινης μάζας στριμωγμένοι πίσω από το συρματόπλεγμα. Θα συνεχίσουμε όμως να διατηρούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας και να παραμένουμε άνθρωποι, ακόμα και στον περιορισμένο χώρο που μας απέμεινε.

Δυστυχώς η υφιστάμενη κατάσταση στο Κυπριακό μάς βρίσκει βυθισμένους στην αβεβαιότητα, εφόσον δεν μας επιτρέπει να προβλέψουμε αν και πότε – ή και ποτέ – θα φτάσει στο τέλος του αυτός ο τρόπος ζωής. Καταλήξαμε έτσι να μοιάζουμε με τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ίδιοι, σαν και αυτούς που υπέφεραν από την παράξενη «εμπειρία του χρόνου», αφού για εκείνους μια μέρα γεμάτη από αδιάκοπα βάσανα και εξάντληση φαινόταν ατέλειωτη. Έτσι και σε εμάς η αγωνία, τα βάσανα της καθημερινότητας και της καρτερικότητας μάς σκοτώνουν, ενώ η μέρα εξόδου από το αδιέξοδο παραμένει ακόμη άγνωστη. Μέχρι την έλευση αυτής της μέρας, εμείς, οι κάτοικοι των ακριτικών περιοχών, δεν θα χάσουμε την ελπίδα και το θάρρος μας, παρ’ όλη την απογοήτευση που μας κυριεύει.

Ο πόνος που προκαλεί το συρματόπλεγμα δεν θα μας οδηγήσει στην κατάρρευση και στην εγκατάλειψη κάθε ελπίδας για επανένωση της πατρίδας μας. Όσο είμαστε ακόμα ζωντανοί, θα ελπίζουμε για καλύτερες μέρες στον τόπο μας. Το αγκαθωτό συρματόπλεγμα ματώνει όχι μόνο τα χέρια, αλλά και την ψυχή μας, και μαζί με τη νεκρή ζώνη σηματοδοτούν τον περιορισμό της ελευθερίας και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μας.

Όλα όσα περιέγραψε ο Αυστριακός συγγραφέας στο έργο του, αλλά και όσα ζούμε καθημερινά δίπλα από το συρματόπλεγμα, ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να τα κατανοήσει, παρά μόνο όταν τα βιώσει.

*Δήμαρχος Δερύνειας