Ανοιχτός ορίζοντας

Το ταξίδι του Οδυσσέα σαν κατάσταση του νου.

Διαβάζοντας ποιήματα και πεζά του Στέφανου Στεφανίδη.

Για όλα τα πράγματα υπάρχει το αργά και το νωρίς και στην περίπτωσή μας ισχύει το νωρίς. Η από τόπον κίνησις άρχισε πολύ νωρίς στη ζωή του Στέφανου Στεφανίδη. Πρώτα στα απαλά πεδινά ανάμεσα στο Τρίκωμο και στην ακρογιαλιά και μετά όταν το 1957 ένας δυνατός βορινός άνεμος τον πήρε ξαφνικά από το λιμάνι της Λεμεσού προς μια Θούλη, το καταχνιασμένο Μάντσεστερ.

Το ουσιώδες συστατικό της ποιητικής του Στεφανίδη έγινε και τυπικό όταν αποφάσισε να εκδώσει επιτέλους το σύνολο του έργου του σε ένα τόμο. Η ψυχή ελληνική, η γλώσσα που σπούδασε και τα διαβάσματά του αγγλικά. Έτσι το βιβλίο έχει μια ψυχή σε δύο σώματα και αν έχεις την τύχη να κατέχεις και τις δύο γλώσσες μπορείς να ταξιδέψεις κι εσύ αενάως από την αριστερή προς τη δεξιά σελίδα και τανάπαλιν. Μαζί με τη λαμπρή μεταφράστρια Δέσποινα Πυρκεττή κατάφεραν να μην υπάρχει διαφορά.

Μέσα σε τούτο το βιβλίο ένωσε τα κομμάτια της σκορπισμένης πυρηνικής φαμίλιας του. Ο λόγος έχει ή δεν έχει αυτή τη δύναμη; Ο λόγος είναι ή δεν είναι η καρδιά της αρμονίας του κόσμου, είναι ή δεν είναι αυτό που φέρνει κοντά τα διαφέροντα, τα στοιχεία που ερίζουν, που κονταροχτυπιούνται αλλά αποτελούν τον κόσμο. Και το σύνολο των αλληλοσυγκρουόμενων στοιχείων περιέργως έχει ένα όνομα που στα ελληνικά σημαίνει ομορφιά, τάξη, αρμονία: λέγεται “κόσμος”.

Σε όλο αυτό το μεγάλο ταξίδι που διαγράφεται στο βιογραφικό του, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά στον πλανήτη ο Στεφανίδης μπόρεσε να κρατήσει ένα σημείο σταθερό. Και ενώ παίζει το ρόλο του Οδυσσέα, σε σταθερή αποθυμιά και αναζήτηση του μικρού μέρους, με κάποιο τρόπο είναι καρφωμένος στον ηρακλείτειο χρησμό, αιών πας στι παίζων, πεσσεύων, παιδς βασιληίη. Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει με τα κότσια του, του παιδιού είναι η πρωτιά.

Εκείνο το μουχρό απόγευμα του 1957 που βρέθηκε με τον πατέρα στο πλοίο για την Αλβιόνα έκλεισε η χρυσή στρόφιγγα της ακινησίας στην ιδιότητα του παιδιού. Το παιδί μας δίνει την ελευθερία που αναπνέουμε ανάμεσα στους στίχους του ή μεταξύ της τελείας και του επόμενου κεφαλαίου γράμματος στο πεζό κείμενο. Ολοστρόγγυλα παιδικά μάτια ατενίζουν τη μαβιά σελήνη στο Ρατζαστάν, τις χρυσομηλιές της Καρπασίας, τις κίχλες και τις καμήλες, τους κοκοφοίνικες, τα σύννεφα και τον άνεμο. Και βλέπουν πολύ καθαρά.

Στην καλοκαιρινή συνάντηση εδώ με αφορμή το βιβλίο του Στεφανίδη ο Φοίβος Παναγιωτίδης ονόμασε την συγγραφική του παραγωγή cunning, πονηρή, καπάτσα, πολυμήχανη. Αυτό είναι κάτι πολύ παλιό και βαθύρριζο στα μέρη αυτά της Ανατολής, Φοίβο. Έχουμε όλοι ψιθυρίσει κάπου, κάποτε τους στίχους του T. S. Eliot:

Ο Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,

Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το φούσκωμα του βαθιού πελάγου

Και το κέρδος και τη ζημιά.

Και ο Στεφανίδης γράφει σ’ ένα ποίημά του απ’ τα καινούρια, με τίτλο “Δεύτερη Οδύσσεια”:

Ο Ερμής είναι ο μέντοράς μου. Μου έμαθε να γράφω. Είναι τσαρλατάνος. Σκεπάζει τη λευκή σελίδα μου μ’ ένα σύννεφο.

Άλλο ένα μέλημα αυτού του ποιητικού  παιδιού ήταν η αντιπάθεια προς τα σύνορα, τα όρια. Κρατούσε ένα μικρό σκεπάρνι στη θέση του αμλετικού ξίφους δεμένο στη ζώνη του, και πάσχιζε να κονιορτοποιήσει κάθε είδος σύνορο, όριο, πέρας, φιλοσοφικό και θρησκευτικό, πόσο μάλλον πολιτικό. A bas les frontieres, κάτω τα σύνορα, κάτω οι διακρίσεις.

Παρά τη διαρκή αυτή και μαχόμενη κινητικότητα ανάμεσα σε θεωρίες, εικόνες και βιοτικά σχήματα, σε σταθερή πυρηνική θέση βρίσκεται η αγάπη για την πυρηνική οικογένεια, εκείνη που τον γέννησε και σκορπίστηκε και εκείνη που δημιούργησε ο ίδιος, θέλοντας να την κρατήσει ενωμένη, να τη σεβαστεί.

Δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει περισσότερα στη λογοτεχνία γιατί ίσως δεν μπορεί να την αντέξει ως σύνορο. Ήθελε να κάνει κι άλλα πράγματα. Το μικρό ή διάφανο μέρος του έδωσε το μεγάλο μάθημα: έμαθε στην ελευθερία και αυτήν ακολούθησε περιηγούμενος ξένα, μακρινά και ξεχωριστά μέρη ο αγγλόφωνος αυτός ποιητής.

Ξέρω μονάχα πως ακόμα διαβαίνω και μεταλλάσσομαι.

Η ευκαιρία να παραπαίω πέρα δώθε δεν πήγαινε ποτέ χαμένη.

Όλα αυτά τα πεδία στα οποία κινείται με μεγάλη άνεση του δίνουν τη δυνατότητα να εξασκεί την πολυπλοκότητά του και να μεταφέρει στο χαρτί με τις λέξεις ένα τοπίο ή μια κατάσταση όπως τα αφηρημένα τοπία του Piet Mondrian όπου η πολυπλοκότητα είναι συμπιεσμένη με απόλυτο τρόπο στις σταθερές λίγων καθαρών χρωμάτων και σχημάτων.

Με την πολυπλοκότητα και την απολυτότητα της ακρίβειας στην έκφραση μπορεί κανείς εύκολα να χτίσει γέφυρες προς το Plus Ultra του ισπανικού εθνόσημου, που ο Στεφανίδης χρησιμοποιεί σε ένα στίχο του:

More Beyond was the motto.

“Η θάλασσα με θυμάται” λέγεται η σειρά από τα καινούρια του ποιήματα και σε ένα από αυτά με τον τίτλο “Ευλογία” συναντά φευγαλέα το βλέμμα μιας θεάς που ιππεύει μια τίγρισσα. Απελπισμένα προσπαθεί να συγκρατήσει ο ποιητής τη στιγμή ή τη μνήμη ή τον τόπο. Δεν είναι σίγουρο αν είναι η Σικελία, η Καλκούτα, η Έφεσος ή η Πάφος. Μοιράζεται με τον ταξιτζή την ιστορία κι εκείνος τον παρηγορεί:

Μην απελπίζεσαι, είπε ο οδηγός,

Αν σε πάρει με καλό μάτι

Θα σε κοιτάξει σίγουρα κι άλλη μια φορά.

Το είπε ο Ηράκλειτος; το μετέφερε σωστά ο Πλάτωνας; το παρέφθειρε ο Σιμπλίκιος; δεν είναι τίποτα σίγουρο απ’  όλα αυτά. Πάντως οι δυο αυτές λέξεις, πάντα ρεί, υπάρχουν στη συνείδηση όλου του κόσμου και αποδίδονται στον Ηράκλειτο. Everything flows. Πάντα ρεί ή αλλιώς πάντα χωρεί και ουδέν μένει.

Οπότε…let it flow, Stephanos, και συνέχισε να μας χαρίζεις γέφυρες για να περνάμε σύνορα.

Τζούλια Τσιακίρη

Από το συμπόσιο “How to Chant for a Thin Place”:  Borders and Bridges in World Literature and Art που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία στις 30 Νοεμβρίου και 1 Δεκεμβρίου προς τιμή του καθηγητή Στέφανου Στεφανίδη  με αφορμή την αφυπηρέτηση του από το Πανεπιστήμιο Κύπρου.