“Το βουνί” της Λουίζας Παπαλοΐζου

Φωτογραφία: Ραφαέλλα Λαζάρου

Το βουνί

(απόσπασμα)

 

Την επόμενη μέρα

Το βράδυ ναργιλές χωρίς κουβέντα, μόνο νυχτόβια ομορφιά πάνω από γυαλιστερά νερά. Το βράδυ λοιπόν μια πλανόδια ορχήστρα ανεβαίνει αγάλι-αγάλι το βουνό. Τρεις άντρες από το Αμπελικού ήρθαν να μας τραγουδήσουν. Μπορεί εγώ να μην τους έχω ξαναδεί, μα αυτοί γνωρίζουν τα πάντα για τους Σουηδούς. Η φήμη μας έχει εξαπλωθεί παντού. «Άσπροι άντρες, απόγονοι των Βίκινγκς, φορτωμένοι με λίρες του βασιλιά σκάβουν το βουνό ψάχνοντας χρυσό». Όλο κάτι τέτοια λένε, μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Χρήμα! Πολύ χρήμα!» Η ίδια φράση συνοδευόμενη από την ίδια χειρονομία – σαν να αναμαλλιάζουν τον αέρα. Η ορχήστρα ήρθε να συναντήσει τον Σουηδό στην κορυφή του βουνού ζητώντας να του γεμίσει την καρδιά με μουσική. Με τι καρδιά να τ’ αρνηθώ;

Το βιολί συνοδεύει τη φωνή, η φλογέρα το βιολί και όλα μαζί ο τουμπανάς, ένα κόσκινο σε ρόλο τυμπάνου, που πάνω του χτυπούν ρυθμικά παλάμες και δάχτυλα δίνοντας ρυθμό στη νύχτα. Γεμίζω τα ποτήρια μας με κρασί και παίρνω θέση. Για αρχή δεν χορεύει κανείς. Η ορχήστρα τραγουδά ένα τραγούδι – παράξενοι φθόγγοι που δεν έχω ξανακούσει. Στ’ αλήθεια, δεν μπορώ να σας μεταφέρω ούτε λέξη  ̶

Βιρ βιρ

Βερ βερ

Βορ βορ

Βαρ βαρ

Ο Χρίστος και ο Σόλων ξεκινούν να χορεύουν χοροπηδηχτά, ο ένας απέναντι από τον άλλο. Κατά διαστήματα αλλάζουν θέση ρυθμικά, λες και γίνεται ο καθένας το επίκεντρο του άλλου εναλλάξ. Οι αντρικοί χοροί, σε αντίθεση με τους γυναικείους, είναι επιδεικτικοί, κορδωτοί. Σφυρίζω, κροταλίζω τα δάχτυλα, χτυπώ παλαμάκια. Σσσσσσσσσσσσσσσς. Αυτοσχεδιάζω. Το κέφι έχει ανάψει για τα καλά. Ο ιδρώτας της ημέρας έχει εξανεμιστεί. Η μόνη γυναίκα στο βουνό είναι η Ελένη. Βλέπω το μεσόκοπο περίγραμμά της στην είσοδο του μαγειρείου με το φως της λυχνίας στο βάθος. Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό της, αλλά κάτι μου λέει πως και η Ελένη διασκεδάζει τραγουδώντας μαζί μας. Προς το τέλος της βραδιάς ο βιολιστής, ένας κοντόπαχος άντρας, με αφρισμένο μουστάκι και ένα ξέχειλο προγούλι -υπεύθυνο εικάζω για την εξαφάνιση του λαιμού του- μας νεύει να σιωπήσουμε. Παραδόξως, πειθαρχούμε. Με κάθε ακαταλαβίστικη λέξη η χροιά της φωνής του ξεψαχνίζει τα σωθικά μου, ώσπου αντιλαμβάνομαι πως τραγουδά το ίδιο τραγούδι όπως και στην αρχή της νύχτας. Ο αρχικά εύθυμος και στακάτος ρυθμός του τραγουδιού μετατράπηκε σε μια αργόσυρτη μελωδία  ̶

 Λου ρου

Λου ρου

Βου ρου

Βου ρου

Και έχει η φωνή του τροβαδούρου αυτού τέτοιο τρεμάμενο καημό, που στα μέσα του τραγουδιού κρέμομαι από μια κλωστή, χωρίς κόκαλα και λίπος, μόνο αίμα στο φως της Σελήνης.

Αποκοιμήθηκα με τον απόηχο του γλεντιού κάτω από τη χαρουπιά, παρέα με τον Λάζαρο, τον Σόλωνα, τον Χρίστο και τον Μουσταφά. Την ορχήστρα την κατάπιε η νύχτα και τη νύχτα το βουνό. Ο Χρίστος υπόσχεται να καθαρογράψει τους στίχους του τραγουδιού για τον πατέρα, αντίδωρο για το Άσμα Ασμάτων. Το τραγούδι είναι για τους βαθιά μυημένους στην τοπολαλιά, αφού είναι γραμμένο στα κορακίστικα (διάλεκτος εις διπλούν δηλαδή). Κατά μία λαϊκή εκδοχή, το τραγουδούσαν οι Έλληνες στα χρόνια της οθωμανικής κατοχής για να μην γίνονται κατανοητοί από τους κατακτητές, μα κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο με σιγουριά. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σήμερα το τραγουδάνε στους γάμους και στα πανηγύρια οι Έλληνες και οι Τούρκοι, αφού πίσω από τα κορακίστικα κρύβεται -τι άλλο!- ο έρωτας μιας ομορφονιάς με μαύρα μάτια από τη μια και μπλε από την άλλη, που μάγεψε τη θάλασσα για να κρατήσει για πάντα κοντά της τον αγαπητικό της.

Είτε στον βορρά βρίσκεσαι είτε στον νότο, τα λαϊκοτράγουδα παντού τα ίδια!

Δ΄

Θρύλος

Επαναλαμβάνεις για πολλοστή φορά τον εαυτό σου. Προφέρεις τις λέξεις με προσοχή, λες και προσπαθείς να καλμάρεις μια αγέλη Λάπχουντ. Ο άντρας στη μέση ακίνητος, με το κεφάλι ευθεία, σάμπως να κουβεντιάζει με κάτι στο τέρμα του ορίζοντα. Η δεξιά του πλευρά στραμμένη πάντοτε σε σένα. Το προφίλ του ένα ανάγλυφο σκουριάς -καφεκόκκινες κηλίδες παντού- μια εντύπωση που γίνεται βεβαιότητα, όταν κάποια στιγμή κάνεις ένα βήμα προς τα εμπρός και βλέπεις τις κηλίδες να ξεφλουδίζουν. Νωπό κρέας ροδίζει κάτω από τα φλούδια. Ο άνθρωπος αυτός αλλάζει δέρμα. Κάνεις ένα βήμα προς τα πίσω.

Από αριστερά ακούει τους άλλους. Μια αρμαθιά άντρες στέκεται απέναντι. Ο άντρας στη μέση μιλά χειρονομώντας ακατάπαυστα. Το κεφάλι του όλο ευθεία, ο κορμός γερμένος δεξιά, μόνο τα χέρια ανεβοκατεβαίνουν.

Επαναλαμβάνομαι. Η πληρωμή έχει προαποφασιστεί. Δεν μπορεί να αλλάξει. Από τις φωνές τους αντιλαμβάνομαι ότι οι άντρες προσπαθούν να αλλάξουν τα προσυμφωνημένα. Ως πριν μια βδομάδα όλοι ήταν ευχαριστημένοι με το μεροκάματο. Τουλάχιστον έτσι έδειχναν. Ευχαριστημένοι. Μέχρι και ευγνώμονες. Απρόβλεπτη φάρα. Μια έτσι, μια άλλως πως.

Η λίρα έχει είκοσι σελίνια.

Ένα σελίνι έχει εννιά γρόσια και κάτι.

Δεκατέσσερα γρόσια την ημέρα μάς κάνουν ενάμισι σελίνι παρά κάτι. Ενάμισι σελίνι δεν πληρώνει άλλος κανείς. Εκτός από τους Αμερικάνους στα μεταλλεία.

«Αθέτηση των συμφωνηθέντων σημαίνει αθέτηση της συμφωνίας. Αθέτηση της συμφωνίας σημαίνει πάτε όλοι στα σπίτια σας. Τέρμα!»

Οι εργάτες επιμένουν. Θέλουν τα δεδουλευμένα τους.

Τα έχουν. Δεκατέσσερα γρόσια την ημέρα για τους άντρες, εννιά για τις γυναίκες. Όσοι δεν θέλουν να φύγουν. Τα χωριά είναι γεμάτα χέρια. Δεν υποτιμώ αλλά ούτε και υπερτιμώ κανέναν.

«Αυτοί οι εργάτες θέλουν να κλέψουν τους Σουηδούς». Δαχτυλοδείχνω τους απέναντι μιλώντας στον άντρα στη μέση. «Αυτοί εδώ! Αν δεν θέλουν αυτοί, θα βρούμε άλλους. Εργάτες παντού. Πρόθυμοι να δουλέψουν».

«Να πάτε στα μεταλλεία, να γίνετε μιναδόροι στις γαλαρίες, να αρρωστήσετε του θανατά από πνευμοκονίαση. Να πεθάνετε από πνευμονία. Αυτό θέλετε!» φωνάζω οργισμένος.

Ο άντρας στη μέση ακούει με προσοχή τεντώνοντας ανεπαίσθητα το κεφάλι του από τη μια και από την άλλη. Αριστερά για εκείνους, δεξιά για μένα. Τα μάτια του πάντα καρφωμένα στο ύψος του ορίζοντα. Μήπως ο χρησμός προστάζει να μην κοιτάξει άνθρωπο στα μάτια; Πρέπει να πάσχει από κάποια μορφή αναπηρίας, κάποια παράλυση της σπονδυλικής στήλης, στη βάση του λαιμού, φράζει μάλλον την κίνηση του κεφαλιού. Στα χωριά συναντώ συχνά ανθρώπους σε παράξενα σχήματα. Ανθρώπινοι κορμοί στο σχήμα των γερμένων δέντρων.

Ξαφνικά, τα πόδια του αρχίζουν να κινούνται κι όπως το υπολόγισα σέρνουν μαζί και το κεφάλι για να βρει την περιφερειακή του όραση. Κινείται κυκλικά, απίστευτα αργά, με τα χέρια ανοικτά και τις παλάμες γυρισμένες προς εμάς σαν να μας μουντζώνει. Μια αυτούς, μια εμένα. Όταν ο κύκλος ολοκληρώνεται, τα χέρια του ξεκινούν να ανεβοκατεβαίνουν, αστραπιαία, εκρηκτικά. Μα την Παναγία την Κυκκώτισσα, δεν έχω ματαδεί κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός ρίχνει κεραυνούς με τα χέρια.

Όπου υπάρχει διαφορά ανάμεσα σ’ εργάτες και αφεντικά, μάστρους τζ̆αι αρκάτες, οι μεν και οι δε αυτόν καλούν.

Τον Αλιζαύρα. Τον περιβόητο μεσίτη της Τηλλυρίας.

Λουίζα Παπαλοΐζου 

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα Το βουνί.

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.