Τον κώδωνα του κινδύνου εν όψει της διαιώνισης του πολέμου στην Ουκρανία κρούει ο διεθνής Τύπος


Οι Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Τούρκοι αναλυτές δεν κρύβουν τον έντονο προβληματισμό τους απέναντι στην διαιώνιση των εχθροπραξιών στο μέτωπο της Ουκρανίας. Τα ξένα δημοσιεύματα εισηγούνται στην Ουάσιγκτον και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προσεκτικές κινήσεις στη νέα φάση του πολέμου.

Ο ρωσικός Τύπος επιρρίπτει στη Δύση ευθύνες για την διαιώνιση του πολέμου. Από την δική του οπτική γωνία, η στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας από τη Δύση περιπλέκει τις εξελίξεις.

Ο δε, ουκρανικός Τύπος προειδοποιεί ότι η Ρωσία ενδέχεται να διευρύνει την κλίμακα της αναμέτρησης.

Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αναλυτές ζητούν αναθεώρηση στρατηγικής

Ο δυτικός Τύπος εκφράζει προβληματισμό για την τροπή των εξελίξεων στον πόλεμο της Ουκρανίας. Οι δυτικοί αρθρογράφοι και αναλυτές προειδοποιούν ότι η διαιώνιση των εχθροπραξιών συνοδεύεται από μεγάλα ρίσκα. Σύμφωνα με την άποψή τους, οι κυβερνήσεις της Αμερικής, της Ευρώπης και της Τουρκίας θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους αυτήν την πραγματικότητα.

Ο Tom Stevenson σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Η Αμερική και οι σύμμαχοί της θέλουν να ματώσουν τη Ρωσία. Στην πραγματικότητα δεν θα έπρεπε», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 11 Μαΐου στην αμερικανική εφημερίδα «New York Times» χαρακτηρίζει ως λανθασμένη την στρατηγική της Δύσης στον πόλεμο της Ουκρανίας. «Η εισβολή οδήγησε άμεσα σε μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες σε ευρωπαϊκές δυνάμεις δεύτερης και τρίτης βαθμίδας. Ο αριθμός των στρατευμάτων του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη έχει δεκαπλασιαστεί και μια σκανδιναβική επέκταση του οργανισμού είναι πιθανή. Ο γενικός επανεξοπλισμός της Ευρώπης λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή», σημειώνει ο αρθρογράφος, ο οποίος τονίζει τα εξής: «Όσο μεγαλύτερος είναι ο πόλεμος, τόσο χειρότερη θα είναι η ζημιά στην Ουκρανία και τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο κίνδυνος κλιμάκωσης. Η διαιώνιση του πολέμου, όπως και στη Συρία, είναι πολύ επικίνδυνη για τους οπλισμένους με πυρηνικά συμμετέχοντες. Οι διπλωματικές προσπάθειες πρέπει να αποτελέσουν το επίκεντρο μιας νέας στρατηγικής για την Ουκρανία».

Ο Guillermo Lerdo de Tejada σε άρθρο του στην μεξικανική εφημερίδα «Heraldo do Mexico», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 10 Μαΐου με τίτλο «Η διπλωματία κατά την προεδρία του Λόπεζ», συμμερίζεται την κεντρική ιδέα του άρθρου του κ. Stevenson. Στην παρέμβασή του, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι οι ξένες κυβερνήσεις θα πρέπει να αναθεωρήσουν την θέση τους απέναντι στον πόλεμο της Ουκρανίας. Παράλληλα, προβάλλει την άποψη ότι «ενώπιον της εισβολής στην Ουκρανία, της σοβαρότερης σύγκρουσης του αιώνα, έχουμε εμπλακεί κινούμενοι μεταξύ μιας επαίσχυντης ουδετερότητας και της συμπάθειας προς τον επιτιθέμενο. (Μέχρι σήμερα) η μεξικανική διπλωματία καθοδηγείται από τις συνταγματικές αρχές και επικεντρώνεται στην υπεράσπιση των κρατικών συμφερόντων με βάση τη συνέπεια και τον επαγγελματισμό». Συνεχίζοντας, ο κ. Tejada ασκεί ανοικτή κριτική στη μεξικανική κυβέρνηση κατηγορώντας την ότι έχει απομακρυνθεί από τις εν λόγω αρχές και προσεγγίζει πλέον την εξωτερική πολιτική και συγκεκριμένα την κρίση στην Ουκρανία με βάση τις ιδεολογικές της προτιμήσεις. «Ένα από τα πρώτα καθήκοντα μιας νέας κυβέρνησης θα πρέπει να είναι το να θέσει την εξωτερική πολιτική στα χέρια των επαγγελματιών και να αρχίσει να αντιστρέφει τη ζημιά που έχει γίνει».

Όπως οι Αμερικανοί και Μεξικανοί συνάδελφοί τους, έτσι και οι Thomas Wieder και Philippe Ricard, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Παρίσι και Βερολίνο σημειώνουν τις διαφορές τους με την Ουάσιγκτον» που δημοσιεύτηκε στην «Le Monde» στις 11 Μαΐου, εκπέμπουν το μήνυμα ότι απέναντι στις νέες εξελίξεις στο «μέτωπο» της Ουκρανίας, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να αναθεωρήσουν την στρατηγική τους και να τηρήσουν μια προσεκτική στάση. Υπογραμμίζοντας ότι «οι Εμαννουέλ Μακρόν και Όλαφ Σολτς επιδιώκουν να μετριάσουν την αμερικανική ευφορία για το ουκρανικό ζήτημα», οι δυο δημοσιογράφοι αναφέρουν τα εξής: «(Ο κ. Μακρόν) αποστασιοποιήθηκε από τις φωνές που ακούγονται στις ΗΠΑ και προτείνουν την χρήση του πολέμου στην Ουκρανία για την αποδυνάμωση της Ρωσίας. Όπως η Γαλλία, έτσι και η Γερμανία δεν επιθυμεί να συνεχιστεί η σύγκρουση. Το βράδυ της Κυριακής, σε τηλεοπτικό του διάγγελμα με την ευκαιρία της 77ης επετείου από τη συνθηκολόγηση του Τρίτου Ράιχ, ο κ. Σολτς δήλωσε ότι γι’ αυτόν το λόγο ακριβώς η κυβέρνησή του απέχει από εκείνες τις αποφάσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν αδύνατη οποιαδήποτε προοπτική ειρήνης βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα».

Στο ίδιο μήκος κύματος, το βρετανικό περιοδικό «Economist» δημοσίευσε στις 11 Μαΐου μια ανάλυση η οποία υποστηρίζει τις παραπάνω απόψεις. Το περιοδικό προβάλλει την άποψη ότι η διαιώνιση του πολέμου στην Ουκρανία φέρνει την ίδια την Ουκρανία και τους υποστηρικτές της ενώπιον νέων ρίσκων.  Σύμφωνα με τα όσα αναφέροντα στο άρθρο με τίτλο «Θα είναι δύσκολο για την οικονομία της Ουκρανίας να αντέξει έναν μακροχρόνιο πόλεμο», το περιοδικό θεωρεί ότι οι υποστηρικτές της Ουκρανίας καλούνται σήμερα να λάβουν υπόψη τους τις πολυδιάστατες επιπτώσεις της διαιώνισης της ουκρανικής κρίσης. Σύμφωνα με το περιοδικό οι οικονομικές δυνατότητες της Ουκρανίας, εν μέσω ενός γενικευμένου πολέμου είναι περιορισμένες. Όπως προειδοποιεί το βρετανικό περιοδικό «Η Παγκόσμια Τράπεζα προέβλεψε ότι το ΑΕΠ της Ουκρανίας θα μπορούσε να συρρικνωθεί ενδεχομένως κατά 45% το 2022. Τα τελωνειακά έσοδα έχουν μειωθεί περίπου στο ένα τέταρτο του προπολεμικού τους επιπέδου εξαιτίας των χαμηλότερων εισαγωγών και την αναστολή πολλών δασμών. Οι στρατιωτικοί μισθοί είναι άλλο ένα μεγάλο βάρος, ακόμα και αν τα όπλα και τα πυρομαχικά παρέχονται δωρεάν από τους δυτικούς υποστηρικτές. (Επιπλέον) οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πληρώνουν τώρα φόρους σε εθελοντική βάση».

«Η κρίση στην Ουκρανία παρατείνεται, όλοι πρέπει να κάνουν τα σχέδιά τους λαμβάνοντας υπόψη τους αυτήν την πραγματικότητα», είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος του άρθρου γνώμης του Μουράτ Γιεκτίν, το οποίο ήταν δημοσιευμένο στην τουρκική ενημερωτική ιστοσελίδα «Yetkin Report» στις 12 Μαΐου. Όπως οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι συνάδελφοί του, έτσι και ο  Τούρκος αρθρογράφος εκτιμά ότι οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία θα συνεχιστούν. Ως εκ τούτου, οι ξένες κυβερνήσεις είναι πλέον υποχρεωμένες να αναθεωρήσουν τους σχεδιασμούς τους σε διάφορα ζητήματα. «Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι ο πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα. Η κρίση παρατείνεται. Ως εκ τούτου πέραν της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης και ο οικονομικός κόσμος της Τουρκίας, η οποία όχι μόνο γειτνιάζει με την περιοχή αλλά είναι και ένας από τους βασικούς της παράγοντές, θα πρέπει πλέον να σχεδιάσει το μέλλον αναλόγως», αναφέρει ο Τούρκος αναλυτής, ο οποίος προσθέτει τα εξής: «Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, τα χρήματα που καταβάλλονται για την αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνονται ενώ το ισοζύγιο πληρωμών διαταράσσεται ακόμη περισσότερο. Η οικονομική κρίση θα επηρεάσει περαιτέρω τη διαδικασία των (τουρκικών) προεδρικών εκλογών. Τα οικονομικά και πολιτικά επιτελεία καλά θα κάνουν να αναθεωρήσουν τα σχέδια τους».

Το γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel» σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Βλάντιμιρ Ποτέμκιν» που δημοσιεύτηκε στην έκδοση της 7ης Μάϊου, επιμένει στο γεγονός ότι για την διαιώνιση του αδιεξόδου στην Ουκρανία ευθύνεται η κυβέρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν. «Η τηλεόραση του Κρεμλίνου αναφέρεται εκτενώς στα νέα πυρηνικά όπλα με τα οποία η Ρωσία θα μπορούσε να μειώσει τη Δύση σε συντρίμμια και στάχτες. Ο ίδιος ο Πούτιν προειδοποίησε πρόσφατα ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε «(ξένης) παρέμβασης» στον πόλεμο στην Ουκρανία – όποιος δηλαδή «δημιουργεί στρατηγικές απειλές οι οποίες να είναι απαράδεκτες για τη Ρωσία θα πρέπει να γνωρίζει ότι οι αντεπιθέσεις μας είναι αστραπιαίες και γρήγορες», γράφει το γερμανικό δημοσίευμα. Στην συνέχεια του άρθρου αναφέρεται επίσης ότι «Αυτή ήταν μια σαφής ρητορική κλιμάκωση. Είναι πολύ πιθανό ο Πούτιν να επιθυμεί να αποσιωπήσει την εικόνα αδυναμίας που εξέπεμψε πρόσφατα ο στρατός του. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Δεν υπάρχει γυρισμός σε αυτόν τον αγώνα».

Ο ρωσικός και ο ουκρανικός Τύπος για την διαιώνιση του πολέμου

Όπως ο αμερικανικός, δυτικός και τουρκικός Τύπος έτσι και ο ρωσικός και ουκρανικός Τύπος εστιάζουν στην διαιώνιση του πολέμου στην Ουκρανία. Ο ρωσικός Τύπος ασκεί κριτική στην Δύση κατηγορώντας την ότι δανείζοντας όπλα στην Ουκρανία περιπλέκει τις εξελίξεις στην ουκρανική κρίση. Ο ουκρανικός Τύπος «απαντά» στον ρωσικό αντιπαραβάλλοντας την άποψη ότι η Μόσχα σχεδιάζει να εξαπλώσει τον πόλεμο σε μια ευρύτερη περιοχή.

Σε ανάλυση με τίτλο «Ο δυτικός κόσμος επέλεξε» που δημοσιεύτηκε στην ρωσική εφημερίδα «Kommersant» στις 11 Μαΐου, ο Dmitry Drize γράφει ότι δρομολογώντας ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα δανεισμού-μίσθωσης για την Ουκρανία, η Δύση οδηγεί «την κατάσταση στην Ουκρανία σε ένα νέο επίπεδο». Ο αρθρογράφος αναφέρει επίσης ότι  «Τώρα ήρθε η ώρα να ρωτήσετε: τι ακολουθεί (στη ουκρανική κρίση); Είναι σαφές ότι ένα από τα κύρια καθήκοντα της Μόσχας είναι να αποτρέψει άμεσα την εισαγωγή αυτής της βοήθειας στην Ουκρανία τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε ότι αυτό οδηγεί σε εντατικοποίηση των εχθροπραξιών. Και (ταυτόχρονα) για άλλη μια φορά γίνεται λόγος για τη συμμετοχή της Λευκορωσίας στην ειδική στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας. Μιλάμε για μια υποτιθέμενη επίθεση στην περιοχή του Λβιβ. Παρόλα αυτά, είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε τη δυνατότητα ειρηνικής λύσης».

Ο Oleg Sukhov σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Η Υπερδνειστερία γίνεται δυνητικό hotspot στον πόλεμο της Ρωσίας» που δημοσιεύτηκε στις 9 Μαΐου στην αγγλόφωνη ουκρανική εφημερίδα «Kyiv Independent», προειδοποιεί ότι «Η Ρωσία μπορεί να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το προπύργιό της στην Υπερδνειστερία για να εξαπολύσει επίθεση εναντίον της Ουκρανίας από τα δυτικά. Η Ρωσία μπορεί να προσπαθήσει να υπονομεύσει τη Μολδαβία αναγνωρίζοντας την Υπερδνειστερία ως ανεξάρτητο κράτος ή προσαρτώντας την αυτοαποκαλούμενη δημοκρατία. Αυτό απηχεί τα υποτιθέμενα σχέδια της Ρωσίας για δημιουργία δημοκρατίας μαριονέτας στο Kherson Oblast, καθώς επίσης την πιθανή προσάρτηση του Ντονμπάς στη Ρωσία». Συνεχίζοντας ο αρθρογράφος προσθέτει ότι «Η Ρωσία μπορεί να προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει τη Μολδαβία και να δυσφημίσει την φιλοδυτική πρόεδρό της. Αποσταθεροποιώντας τη Μολδαβία, ο Ρώσος δικτάτορας Βλαντιμίρ Πούτιν μπορεί επίσης να προσπαθεί να την αποτρέψει από το να ενσωματωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ».

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.