Τουρκία, μια διπλωματικά απομονωμένη χώρα

*του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ

Στην πρόσφατη τοποθέτηση του στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Ύπατος Αντιπρόσωπος/ Αντιπρόεδρος της Επιτροπής της ΕΕ Ζοζέπ Μπορέλ, δήλωνε ξαφνιασμένος: «επιστρέφουν οι αυτοκρατορίες και αυτό δημιουργεί μια καινούρια κατάσταση για μας». Ανάμεσα σε αυτές τις «αυτοκρατορίες» που επιστρέφουν τοποθετούσε και την Τουρκία -μαζί με τη Ρωσία και την Κίνα. Ατυχώς θα έλεγα. Η σημερινή Τουρκία είναι πολύ μακριά από το να είναι μια αυτοκρατορία. Δεν έχει σε καμία περίπτωση τη δυνατότητα να δρα μονομερώς (unilaterally) στη διεθνή σκηνή ως «ισχυρό κράτος» (Machtstaat). Το πολύ-πολύ η Τουρκία του Ερντογάν θα μπορούσε να ονομαστεί ως νοσταλγός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όσο και να θέλει ο Πρόεδρος της Τουρκίας να συμπεριφέρεται ως αυτοκράτορας, στην ουσία διοικεί μια χώρα με πολλά προβλήματα και πολλές εξαρτήσεις. Μπορεί να είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης άνοιξε η όρεξη της Άγκυρας για μια Μεγάλη Τουρκία, είναι επίσης γεγονός ότι η καινούρια Τουρκο-ισλαμική ταυτότητα που προωθεί ο Ερτνογάν έχει προεκτάσεις και στην εξωτερική πολιτική. Παρόλα αυτά όμως, η Τουρκία σημειώνει σημαντικές αποτυχίες στην εξωτερική πολιτική και απομονώνεται διπλωματικά.


Γίνεται πολύς λόγος για αμφισβήτηση της Συμφωνίας της Λωζάνης, ενώ ακούμε αφηγήματα για τους «Χάρτες της καρδιάς μας», εννοώντας μια μεγαλύτερη Τουρκία από αυτή που όρισε η Συμφωνία. Αυτά τα αφηγήματα ενώ δείχνουν από τη μια νοσταλγία για τη Μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία, από την άλλη, γεννούν μεγάλες αμφιβολίες για την Τουρκία τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Η δε διπλωματία των κανονιοφόρων που ακολουθεί η Τουρκία τον τελευταίο καιρό στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, οδήγησε στην έντονη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας.

Στην προαναφερθείσα ομιλία του, ο Ύπατος Εκπρόσωπος κύριος Μπορέλ τόνισε ξεκάθαρα πως απειλή βίας δεν θα γίνει ανεκτή και ότι οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή. Μάλιστα, τόνισε ότι θα εξαρτηθεί πολύ το πού θα κατευθυνθούν αυτές οι σχέσεις, από τις πράξεις της Τουρκίας τις επόμενες μέρες. Παράλληλα, η Πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν, στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης, δήλωσε ξεκάθαρα πως η ΕΕ είναι αλληλέγγυα με την Ελλάδα και την Κύπρο, και ότι η Τουρκία, όσο σημαντικός γείτονας και να είναι, δεν μπορεί να προκαλεί δύο κράτη μέλη της.

Η πρόσφατη ένταση που προκάλεσε η Τουρκία στο Αιγαίο, φανέρωσε και τη διπλωματική της μοναξιά. Ενώ η Ελλάδα κατάφερε να βρει στήριξη από διάφορες χώρες, η Τουρκία έμεινε μόνη. Αυτή η διπλωματική απομόνωση διακρίνεται και σε άλλα μέτωπα. Ενώ πριν μερικά χρόνια μιλούσε για «μηδενικά» προβλήματα με τους γείτονες, σήμερα ο αριθμός των γειτόνων της με τους οποίους δεν έχει πρόβλημα είναι σχεδόν μηδέν.

Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητη από την εσωτερική αναδιανομή των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα. Ενώ παλιά το κόμμα του Ερντογάν ήταν σε έναν ανεπίσημο συνασπισμό με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν (ένα δυτικόφρωνο θρησκευτικό κίνημα), τώρα πορεύεται με τους ακροδεξιούς- παντουρκιστές του Ντεβλέτ Μπαχτσιλί και επίσης με τους στρατιωτικούς που πριν μερικά χρόνια ήθελε να δικάσει. Αυτοί οι λεγόμενοι «ευρωασιατιστές» στρατιωτικοί, οραματίζονται μια Μεγάλη Τουρκία εκτός του Δυτικού κόσμου.

Σήμερα στην Τουρκία κυριαρχεί λοιπόν μια συμμαχία των Παντουρκιστών των Πανισλαμιστών και των Αντιδυτικών στρατιωτικών δυνάμεων. Δεν είναι βεβαίως πρώτη φορά που εμφανίζεται μια τέτοια συμμαχία στην τουρκική ιστορία. Πριν τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Νεότουρκοι είχαν μια παρόμοια σύνθεση: ήταν πανισλαμιστές και παντουρκιστές και οραματίζονταν μια Μεγάλη Τουρκία. Αυτά τα οράματα καταρρεύσαν μαζί με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα, η αντίστοιχη συμμαχία έφερε την διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας.

Η πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο μαζί με την πίεση και ενθάρρυνση των Δυτικών προς τον Ερντογάν μπορεί να αποτελέσει αιτία για να μπορέσει να ξεφύγει η Τουρκία από την απομόνωση. Αρκεί να έχει την θέληση για ειλικρινή διάλογο με την Ελλάδα και να συμβάλει στην προώθηση της γρήγορης επίλυσης του Κυπριακού. Αρκεί βεβαίως να μην έχει υπερβολικές απαιτήσεις. Κλειδί λέξη εδώ είναι οι ‘υπερβολικές’ απαιτήσεις.

Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε ο Μπίσμαρκ, του οποίου το όνομα είναι ταυτισμένο με την «πολιτική της ισχύος», μετά την αστραπιαία νίκη του εναντίον της Αυστρίας είχε την σοφία να πει: «εάν δεν είμαστε υπερβολικοί στις απαιτήσεις μας, μπορούμε να κάνουμε μια συμφωνία ειρήνης».

*Ευρωβουλευτής

Όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον Κόσμο και όλη την επικαιρότητα στο dialogos.com.cy