Του Στέφανου Στεφάνου*


Πριν από μερικές βδομάδες ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα να μην υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις στον κ. Εϊντε, για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που προκάλεσε η τουρκική προκλητικότητα. Τώρα μέσω των Αθηνών στέλλει προτάσεις προς την Αγκυρα, για να πετύχει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.

Αλήθεια, τι μεσολάβησε μέσα σε μερικές μόνο βδομάδες και η κυβέρνηση υποβάλλει προτάσεις, ενώ προηγουμένως δεν το έκανε; Προφανώς, οι εξελίξεις που επακολούθησαν από την τελευταία συνάντηση του Προέδρου Αναστασιάδη με τον ειδικό σύμβουλο του Γ.Γ. ΟΗΕ και τη γνωστή δήλωση του κ. Εϊντε, «Βρέστε τα μεταξύ σας και τότε φωνάξτέ μου», δεν ήταν θετικές.


Οι κυβερνώντες καθυστερημένα αντιλήφθηκαν τις αρνητικές εξελίξεις που ήταν φανερό από την αρχή ότι θα προέκυπταν και για τις οποίες το ΑΚΕΛ τούς προειδοποιούσε. Οτι, δηλαδή, η στασιμότητα στο Κυπριακό, με την ευθύνη για την κατάσταση να επιρρίπτεται και στη δική μας πλευρά, αποβαίνει σε βάρος μας και προς όφελος των σχεδιασμών της Τουρκίας.

Δυστυχώς, όταν ο Πρόεδρος θα έπρεπε με αποφασιστικότητα να κινηθεί, προτίμησε την ησυχία της ακινησίας. Τώρα η κυβέρνηση τρέχει να προλάβει τις αρνητικές εξελίξεις, να αντιμετωπίσει τις πιέσεις και να υποβάλει προτάσεις. Εχασε, όμως, πολύτιμο χρόνο. Και στην πολιτική o παράγοντας του χρόνου διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Η ατολμία, η αναποφασιστικότητα και η έλλειψη ρεαλιστικού στρατηγικού σχεδιασμού από μέρους των κυβερνώντων οδήγησαν στην απώλεια της πρωτοβουλίας αλλά και της αξιοπιστίας της πλευράς μας.

Η μη έγκαιρη κατάθεση προτάσεων είναι ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των λανθασμένων κινήσεων των κυβερνώντων που επιτρέπει στην Τουρκία να θέτει προς συζήτηση τη δική της πολιτική ατζέντα και να βρίσκει πρόθυμους ακροατές.

Πριν από την εκλογή του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεσμεύτηκε για διεκδικητική πολιτική που θα καταστήσει την Τουρκία υπόλογη για την αδιαλλαξία της στο Κυπριακό. Δεσμεύτηκε για πρωτοβουλίες που θα δώσουν ώθηση στη διαπραγματευτική διαδικασία και θα στριμώξουν την τουρκική πλευρά. Δεσμεύτηκε για νέα εξωτερική πολιτική που θα αναβαθμίσει την αξιοπιστία και το ρόλο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δύο σχεδόν χρόνια μετά, οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι οι κυβερνώντες βαδίζουν σε εντελώς λανθασμένο δρόμο. Το Κυπριακό βρίσκεται σε στασιμότητα και η Τουρκία ανενόχλητα προκαλεί, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται παραπονούμενη κατηγορώντας την ελληνοκυπριακή πλευρά ότι διέκοψε τις διαπραγματεύσεις. Εκεί που ο κ. Ερογλου δυσφορούσε προηγουμένως για τις συγκλίσεις και επιδίωκε ανεπιτυχώς να τις ενταφιάσει, τώρα έχει όλη την άνεση να το παίζει διαλλακτικός και δημιουργικός. Zητά μάλιστα τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων επενδύοντας στο γεγονός ότι ο κ. Αναστασιάδης λανθασμένα ζήτησε την εξ υπαρχής διαπραγμάτευση ακυρώνοντας τις συγκλίσεις.

Σχετικά με την εξωτερική πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνώντες και τις ψευδαισθήσεις που καλλιέργησαν για τις δήθεν νέες σχέσεις με τις ΗΠΑ, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Η απογοήτευση που οι κυβερνώντες εκφράζουν για τους «στρατηγικούς εταίρους» και τη συμπεριφορά τους έναντι της Κύπρου τα λέει όλα.

Οι κυβερνώντες χειρίζονται το Κυπριακό χωρίς σχεδιασμό. Λειτουργούν με την αντίληψη «βλέπουμε και κάνουμε», γι’ αυτό και τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις. Δύο χρόνια από τότε που ανέλαβαν την εξουσία θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά παιγνίδια μόνο ζημιά προκαλούν.

Φτάσαμε με τους αδέξιους χειρισμούς τους σε μια πολύ κρίσιμη καμπή. Είτε θα αναλάβουν πρωτοβουλίες που θα βγάζουν μπροστά την Κύπρο είτε θα παρακολουθούμε το Κυπριακό να καθηλώνεται σε αδιέξοδη πορεία, με την Τουρκία να αλωνίζει στην κυπριακή ΑΟΖ. Αναμένουμε και ευχόμαστε ολόψυχα ο Πρόεδρος να γυρίσει γερός και δυνατός και επιτέλους να αναλάβει τις ευθύνες του. Ελπίζουμε ότι ανάμεσα στα πολλά που δήλωσε ότι θα αναθεωρήσει, περίοπτη θέση θα έχει η αναθεώρηση της πολιτικής του στο Κυπριακό.

*Μέλος Πολιτικού Γραφείου ΑΚΕΛ