Του Δημήτρη Παλμύρη

Καθώς το τέρας του φασισμού σηκώνει ξανά κεφάλι, οι μορφές αντίστασης σε αυτό γίνονται όσο ποτέ αναγκαίες. Η τέχνη που στρατεύεται, που παίρνει θέση στον αγώνα, η τέχνη που εκφράζει την αντιφασιστική δράση, δηλώνει παρούσα. Σε μια εποχή που διάφορα κινήματα τέχνης κράτησαν τη μορφή και έχασαν τον προοδευτικό τους χαρακτήρα, οι φωνές αυτών που θυμούνται γίνονται πιο πολύτιμες και πιο σημαντικές. Ακόμη και αν κάποτε παρεισφρέει στη μαχόμενη τέχνη κάποιος ιδεαλισμός, δεν παύει να αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνικής πάλης, φωνή της συνείδησής μας. Με αφορμή μια πρόσφατη εκδήλωση της ΕΔΟΝ Λάρνακας, όπου τρεις καταξιωμένοι Κύπριοι καλλιτέχνες τοποθετήθηκαν για το θέμα «Η τέχνη ενάντια στον φασισμό», η «Κυριακάτικη Χαραυγή» μίλησε μαζί τους και ζήτησε τη θέση τους.

Γιώργος Καλογήρου (μουσικός): Ο φασισμός είναι μια αρρώστια

«Καθώς ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση  Θεού, υπάρχουν δύο αρχές που διέπουν τον άνθρωπο, που δεν μπορούν να καταργηθούν ούτε και από τον δημιουργό του: η Αγάπη και η Ελευθερία», ανέφερε ο μουσικός Γιώργος Καλογήρου, εξηγώντας την αντίληψή του πως ο φασισμός είναι, επομένως, μια αρρώστια, μια παρά φύση κατάσταση. «Η θεολογία ήταν η πρώτη μου σπουδή», πρόσθεσε χαμογελώντας.

Κατά τον κ. Καλογήρου, ο λόγος που η αγάπη είναι μια δύσκολη υπόθεση έχει να κάνει με το ότι είναι μια διαδικασία υπέρβασης του εγώ. «Ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός και ο φασισμός στηρίζονται πάνω στο Εγώ», είπε. Σύμφωνα με αυτή του τη σκέψη, ο καπιταλισμός στηρίζεται στην αρχή τού «για να κερδίσω εγώ, πρέπει να χάσεις εσύ», ο ιμπεριαλισμός στην αρχή τού «για να επεκταθώ εγώ, πρέπει να απολέσεις εσύ» και ο φασισμός στην αρχή «για να υπάρχω εγώ, πρέπει να “καταργηθείς” εσύ».

«Η τέχνη δεν μπορεί να μιλά εναντίον της φύσης του ανθρώπου», λέει ο κ. Καλογήρου. Επομένως μιλά για οικουμενικότητα και συλλογική αγάπη. Ωστόσο ο ίδιος παραδέχεται πως ακόμη και η μουσική, η τέχνη του, χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο από φασιστικά καθεστώτα, από τα ναζιστικά εμβατήρια μέχρι την εκμετάλλευση της δημοτικής μουσικής από τη Χούντα. «Σβήστηκε η “τέχνη” αυτών των καθεστώτων, χάθηκε από την ιστορία, γιατί ήταν κάτι που δεν υπήρχε στη φύση του ανθρώπου. Τα διαχρονικά τραγούδια, αυτά που μένουν, είναι γιατί μιλούν γι’ αυτή ακριβώς την ανθρώπινη φύση».

Ωστόσο ο κ. Καλογήρου κάνει λόγο για σύγχρονο φασισμό. Παίρνει ως παράδειγμα την Eurovision και ενώ πολύ ορθά προωθεί ζητήματα διαφορετικότητας, όπως η ανοχή σε ζητήματα φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, «την ίδια ώρα καταργεί τη γλώσσα της κάθε χώρας αλλά και την παράδοσή της». Για τον κ. Καλογήρου «η αναγκαστική ομοιομορφία δεν επιβάλλεται με όπλα, αλλά με ένα πιο ύπουλο τρόπο που απαιτεί να επιβάλλει αυτό που πρέπει να αρέσει μαζικά. Ο καπιταλισμός θριαμβεύει στο στοιχείο αυτό», μας λέει.

«Η άμυνα είναι να κρατήσει ο καθένας την ταυτότητά του και να μην τη χρησιμοποιήσει ως εργαλείο για να αποκόψει την επικοινωνία με τον Άλλο, αλλά το αντίθετο: για να ενωθεί με τον Άλλο. Εδώ είναι που γίνονται απαραίτητα η Παιδεία και ο Πολιτισμός αντίσταση στον φασισμό».

 

Γιώργος Νεοφύτου (θεατρικός συγγραφέας): Η τέχνη δημιουργεί θέατρο, ο φασισμός ακυρώνει θεατρικές παραστάσεις

Ο φασισμός υπόσχεται να «συνενώσει όλες τις τάξεις σε ένα ανώτερο έθνος, το οποίο  έχει προορισμό να κυριαρχήσει στα άλλα “κατώτερα” έθνη και φυλές», μας λέει ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Νεοφύτου, που σημειώνει, μεταξύ άλλων, τον ορισμό του Δημητρώφ «ως την τρομοκρατική δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου» και τη σημερινή του σύνδεση με τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση. Ο κ. Νεοφύτου αναφέρεται στο μίσος και τη βιαιότητα του φασισμού, ωστόσο στέκεται σε μια πολύ σημαντική έννοια. Αυτήν του «εκφυλισμού», που, όπως μας εξηγεί, ξεκινά από το μίσος για το ξένο, το διαφορετικό και φθάνει μέχρι την απόρριψη του νεωτερισμού στην τέχνη και στην επιστήμη. Ο φασισμός θεωρεί ότι «όλα συντείνουν στον εκφυλισμό, στην παρακμή της εθνικής παράδοσης. Αυτός υπόσχεται να τερματίσει την παρακμή και να φέρει μια αναγέννηση του έθνους», επομένως η «διαφωνία είναι προδοσία».

«Η τέχνη δεν αγαπά τον πόλεμο. Δεν είναι αντίθεση, είναι θέση. Είναι ένα εργαλείο, ένα μέσο για να υμνείται η ζωή, η ομορφιά της φύσης του ανθρώπου, η μελωδία της ύπαρξής μας, τα ευγενή αισθήματα», δηλώνει ο κ. Νεοφύτου. Επομένως «ενώ η τέχνη γράφει βιβλία ο φασισμός τα καίει, ενώ η τέχνη δημιουργεί θέατρο ο φασισμός ακυρώνει θεατρικές παραστάσεις», αναφέρει και με την τελευταία αναφορά του μας φέρνει στο νου πρόσφατα περιστατικά.

Ωστόσο, για τον κ. Νεοφύτου, ο καλλιτέχνης ως πολιτικό ον έχει καθήκον να στρατεύεται. Πιστεύει στη στρατευμένη τέχνη, όμως για αυτόν η στράτευση, ως έκφραση ιδεολογίας, πρέπει να καταξιώνεται και αισθητικά και όχι να μειώνεται σε προπαγάνδα ή συνθηματολογία. Από τον Αισχύλο και τους αρχαίους τραγωδούς μέχρι τον μαρξιστή αντιφασίστα Μπρεχτ, ο κ. Νεοφύτου βλέπει πολιτικό θέατρο και πάλη με τον αυταρχισμό. Για την Κύπρο βλέπει πως η αντιφασιστική δημιουργία στο θέατρο αναπτύσσεται κυρίως μετά το 1974 και μάλιστα σε σύγκρουση με τους υποστηρικτές της ελιτίστικης σχολής που πίστευαν στην «τέχνη για την τέχνη». Ο ίδιος ωστόσο δεν επεδίωξε να είναι πολιτικός συγγραφέας. «Το ένστικτο μου, τα βιώματά μου και οι ευαισθησίες μου με οδήγησαν στην ανάγκη να φωνάξω ενάντια στην αδικία. Φασισμός για μένα ήταν και είναι οτιδήποτε παραβιάζει και βιάζει την ανθρώπινη φύση και αξιοπρέπεια. Μίλησα με τα λόγια απλών ανθρώπων», αναφέρει. Την ίδια ώρα τονίζει πως παρά το γεγονός πως η «θεατρική  πράξη μάς ευαισθητοποιεί, μας συνειδητοποιεί», οι πραγματικές αντιφασιστικές μάχες «δίνονται στους δρόμους, στη δουλειά μας, στην οικογένειά μας, στην καθημερινή μας δράση».

Άντης Κανάκης (ποιητής):  «Και αρχίζουν / οι μεγάλοι / πολέμοι / μ΄ αεροπλάνα / βόμβες / συμβατικές και / πυρηνικές. / Εκατομμύρια στις μάχες / πέφτουνε / νεκροί, / το τέρας του φασισμού / ν΄ αναχαιτίσουν».

Με αυτό το απόσπασμα από το ποίημα του «Η Εικόνα μας» επέλεξε ο ποιητής Άντης Κανάκης να ξεκινήσουμε τη συζήτηση για το αγώνα της τέχνης ενάντια στον φασισμό. «Η λέξη φασισμός έρχεται από τη λατινική  λέξη fasces, το οποίο σημαίνει δέσμη ράβδων και συμβόλιζε την εξουσία των αρχόντων της Ρώμης και χρησιμοποιείτο ανάμεσα σε άλλα στην τιμωρία των δούλων», μας λέει. Ο κ. Κανάκης εξηγεί πως από την ανάληψη της εξουσίας του 1933 οι ναζί εξαπολύουν μαζικές διώξεις αντιπάλων τους. «Επιτίθενται ιδιαίτερα σε κομμουνιστές. Ο Ερνστ Τέλμαν ΓΓ του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας φυλακίζεται και δολοφονείται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης το 1944. Δολοφονήθηκαν χιλιάδες μέλη διαφόρων αντίπαλων κομμάτων». Μέσα στις διώξεις προέκυψε και ένα ξεκαθάρισμα ενδοναζιστικών λογαριασμών με τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών.

«Μπροστά στην άνοδο της ναζιστικής θηριωδίας και των διώξεων, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία. Ανάμεσά τους οι Τόμας Μαν και Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (συγγραφέας του γνωστού «Ουδέν νεώτερο από το Δυτικό Μέτωπο»), ο δραματουργός και ποιητής Μπέρτολτ Μπρεχτ, αλλά και ακαδημαϊκοί όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν», σημειώνει ο κ. Κανάκης. Ανάμεσα στους συγγραφείς που πήραν μια γεύση από τον φασισμό ήδη πριν το 1939 αναφέρει τον Έρνεστ Χέμινγουέι, ο οποίος έλαβε μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο (1936-1939). Η εμπειρία του εκεί αποτελεί έμπνευση του έργου «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Στον ίδιο αντιφασιστικό πόλεμο συμμετείχαν και Κύπριοι, όπως ο μετέπειτα ΓΓ του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου.

Ο κ. Κανάκης τόνισε ακόμη τη συμμετοχή των Κυπριών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την απόφαση της 16ης του Ιούνη 1943 της ΚΕ του ΑΚΕΛ. «Την ελληνική εποποιία του 1940 θα υμνήσουν, ανάμεσα σε άλλους, οι ποιητές Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Μανώλης Αναγνωστάκης, Οδυσσέας Ελύτης, οι λογοτέχνες Ηλίας Βενέζης, Νικηφόρος Βρεττάκος και ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο οποίος επιβίωσε του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν». Όμως ο κ. Κανάκης κάνει ιδιαίτερη μνεία στους Κύπριους αντιφασίστες, Θοδόση Πιερίδη, Τεύκρο Ανθία, Αχιλλέα Πυλιώτη, Γιώργο Κωνστάντη, πολλοί από τους οποίους πολέμησαν στον αντιφασιστικό αγώνα. Παράλληλα μας θυμίζει πως στην κυπριακή έγραψαν οι Παύλος Λιασίδης και ο Κυριάκος Καρνέρας.

Από μια συζήτηση για την αντιφασιστική τέχνη δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι Σοβιετικοί συγγραφείς, σύμφωνα με τον κ. Κανάκη, ο οποίος μας μιλά για τους Αλεξάντρ Φαντέγιεφ (έγραψε τη «Νέα Φρουρά»), τον ποιητή Κονσταντίν Σίμονοφ («Περίμενε με»), Βίκτωρ Ροζόφ (σενάριο «Όταν πετούν οι γερανοί»), Ευγένιο  Γεφτουσένκο, ο οποίος ήρθε στην Κύπρο το 1977 και έγραψε για το νησί, τον Μπόρις Πολεβόι και τον νομπελίστα Μιχαήλ Σόλοχοφ.