Tρεις νέοι άνθρωποι μίλησαν στη «Χαραυγή» και εξήγησαν τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν

  • «Δεν υπάρχει φως στο τούνελ με τέτοια τιμολόγηση στο ρεύμα»
  • Σαν το γιοφύρι της Άρτας οι ζωές των νέων στην Κύπρο

Του Κυριάκου Λοΐζου

 

Η οικονομική κρίση και δυσπραγία στην Κύπρο έχει πολλές πτυχές. Από το απατηλό όνειρο της αποταμίευσης μέχρι την καλπάζουσα ακρίβεια, και από τη μάταιη πολλές φορές προσπάθεια για εξεύρεση εργασίας μέχρι τις πενιχρές αμοιβές, χιλιάδες άνθρωποι αδυνατούν να χτίσουν μία ζωή σε στέρεες βάσεις. Πιο συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη δίνη της κατοικίας, είτε αυτό λέγεται ενοικίαση είτε αγορά ή ανέγερση. Παράλληλα, η αγοραστική δύναμη των μισθών κατά την τελευταία δεκαετία είναι χαμηλότερη κατά 7%, κάτι που δυσκολεύει τη ζωή των ανθρώπων ακόμη περισσότερο. Επιπλέον, αν αναλογιστεί κανείς τις συνεχείς αυξήσεις στα καύσιμα, αντιλαμβάνεται μεμιάς ότι τα προβλήματα συσσωρεύονται παρά επιλύονται.

Για όλα αυτά τρεις νέοι άνθρωποι μίλησαν στη «Χαραυγή» και εξήγησαν τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Μίλησαν για την αδικία που βιώνουν, την εξουσία των “Γιαννάκηδων” και των “ανιψιών” της, τις σκέψεις τους για να φύγουν μετανάστες, τον καθημερινό γολγοθά για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους κτλ.

Πόσο εύκολο είναι για κάποιον να βρει ένα σπίτι να νοικιάσει, καθώς οι τιμές έχουν εκτοξευτεί χωρίς κανέναν έλεγχο και παρέμβαση; Πώς βιώνουν οι νέοι τις λεγόμενες ευέλικτες μορφές απασχόλησης και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους; Ποια η διαφορά μεταξύ της νέας γενιάς και των μεγαλύτερων όσον αφορά την ποιότητα ζωής; Πότε η κυβέρνηση θα αφουγκραστεί τις ανάγκες των νέων;

 

«Είμαστε απελπισμένοι και δεν βρίσκουμε το δίκιο μας»

Ο Κ.Σ. είναι 37 ετών. Προσπάθησε με πολλές στερήσεις να ξεκινήσει τη δική του ζωή, να γίνει κύριος του εαυτού του, αλλά αναγκάστηκε να επιστρέψει στο σπίτι των γονιών του πριν από περίπου δύο χρόνια, αφού ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος που νοίκιαζε του αύξησε την τιμή κατά 100 ευρώ και με το μισθό που έπαιρνε δεν μπορούσε πλέον να αντεπεξέλθει. Προσπάθησε ξανά να βρει εργασία με πιο υψηλό μισθό και ένα διαμέρισμα με πιο χαμηλό ενοίκιο. Παρά ταύτα αυτό αποδείχθηκε αδύνατο. «Έμενα σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα σε μία όχι και τόσο ακριβή περιοχή της Λευκωσίας και πλήρωνα 450 ευρώ το μήνα ενοίκιο.

Το ποσό ήταν πολύ μεγάλο, ωστόσο με νύχια και με δόντια κρατιόμουν, γιατί ως νέος άνθρωπος επιζητώ την ανεξαρτησία μου. Σε ανύποπτο χρόνο με ειδοποίησε ο ιδιοκτήτης ότι το ποσό αυξάνεται κατά 100 ευρώ, ενώ, όπως μου επεσήμανε, ήταν αδιαπραγμάτευτο. Απελπίστηκα και αμέσως σκέφτηκα ότι αυτό είναι άδικο, αλλά ήξερα ταυτόχρονα ότι δεν θα βρω το δίκιο μου με κανένα τρόπο», ανέφερε ο Κ.Σ., προσθέτοντας ότι ήρθε ως επιστέγασμα όλη αυτή η «παράνοια της ακρίβειας». Όπως υπογράμμισε, «το να παίρνεις ένα χαμηλό μισθό, να μην έχεις σπίτι δικό σου και όλα να ακριβαίνουν μέρα με τη μέρα, σε κάνει να νιώθεις και να βλέπεις ότι δεν υπάρχει προοπτική, δεν υπάρχει μέλλον». Επιπλέον, ο Κ.Σ. είπε ότι η ανισότητα που βιώνει τον κάνει να σκέφτεται να φύγει στο εξωτερικό, ωστόσο, όπως εξήγησε, κανείς δεν θέλει να αφήσει τη χώρα του και τον τόπο που μεγάλωσε. «Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές σκέφτομαι να φύγω και να μην ξαναγυρίσω.

Μπορεί να το λέω επειδή είμαι φορτισμένος συναισθηματικά, αλλά είναι η μοναδική διέξοδος. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι από τη μία μέρα στην άλλη θα πέσουν οι τιμές των ενοικίων και ότι θα αυξηθεί ο μισθός μου σε σημείο που να μπορώ να είμαι κύριος του εαυτού μου εκατό τοις εκατό».

 

 

«Μεγαλύτερη επαγγελματική φιλοδοξία της γενιάς μου να ανανεωθεί η σύμβαση σε πόστο στα rapid tests»

 

«Δυστυχώς, φαίνεται η πανδημία να συνεχίζει να αποτελεί μια παράδοξη αφορμή για να αβγατίζει ο πλούτος των λίγων -της εξουσίας των “Γιαννάκηδων” και των “ανιψιών” της- αφήνοντας να επικρατεί μια βαριά κι ασήκωτη σιωπή στα νοικοκυριά όσων πολιτών δεν έχουν «τις άκρες τους». Είναι τουλάχιστον λυπηρό το γεγονός ότι η μεγαλύτερη επαγγελματική φιλοδοξία της γενιάς μου αυτή τη στιγμή είναι να ανανεωθεί η σύμβαση σε κάποιο πόστο γύρω από τα rapid tests», ανέφερε η Α.Χ., μία νέα γυναίκα η οποία παλεύει για να στέκεται στην καθημερινότητα, αναλύοντας με γλαφυρότητα και την πολιτική διάσταση της οικονομικής δυσκολίας.

Όπως εξήγησε, αν δεν είσαι από τους τυχερούς, που οι γονείς τους κατάφεραν να κρατήσουν την περιουσία τους από το αδηφάγο, καλοστημένο σύστημα τραπεζο-μεσιτών, είναι ουτοπικό να ευελπιστείς στην όποια οικονομική σταθερότητα ή πόσω μάλλον σε άλλες «παράλογες» ανέσεις, όπως μόνιμη κατοικία ή περιουσία. «Το ακόμη πιο τραγικό στην κατάσταση είναι ότι πέραν από τους ιδιώτες-αφεντικά με αριβιστικές διαθέσεις, κρατικοί φορείς, υπηρεσίες και σύσσωμη η επαγγελματική δομή προωθεί την εργασία σε άθλιες συνθήκες». Σε ό,τι αφορά την εργασιακή σταθερότητα, η Α.Χ. είπε πως έννοιες ή λέξεις όπως «δικαιώματα», «συμβόλαιο», «ασφάλιση», «πληρωμένες υπερωρίες», «άδειες ασθενείας» έχουν από καιρό αντικατασταθεί με αξίες όπως «άμα σ’ αρέσει», «βραχείες συμβάσεις, ώστε να μην οφείλουμε ανεργιακό», «θα έχεις όμως την ευκαιρία να αρχίσεις μια συνεργασία με την εταιρεία μας», «μπορούμε να προσλάβουμε ξένους με λιγότερα».

Ερωτηθείσα για το φλέγον ζήτημα της στέγασης, η Α.Χ. ήταν χείμαρρος: «Είναι εξαιρετικά δύσκολο. 500-550 για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο, χωρίς πλαφόν, με συμβόλαιο διετές ή τουλάχιστον ετήσιο, χωρίς να ξέρεις πόσο θα αυξηθούν οι τιμές αύριο –“αναπροσαρμογές”, όχι κλοπή! Όσο θάρρος χρειάζεται για να διεκδικήσεις ανεξαρτησία και αυτοσυντήρηση, ακόμα περισσότερο θάρρος χρειάζεται όταν υποχρεωθείς -λόγω της πραγματικά ανεξέλεγκτης ακρίβειας- να επιστρέψεις στο σπίτι των γονιών σου ή να συγκατοικείς με συμβιβασμούς. Να “χτίζεις” και να γκρεμίζεται και ξανά από την αρχή. Δεν υπάρχει πια καμιά πρόνοια, όσο αντέξει ο καθένας. Μερικές φορές κάθομαι να τα υπολογίσω, αλλά κάπου στη μέση τα παρατάω. Χρειάζονται άλλα μαθηματικά, του παραλόγου, για να βγεις από μέσα».

 

«Μισός μισθός για ενοίκιο… και τι μένει;»

 

Πέρα από τους νέους και τις νέες που ζουν μόνοι, ή τουλάχιστον θέλουν να ζήσουν μόνοι τους, υπάρχει και αυτή η κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι μεγαλώνουν μόνοι τα παιδιά τους. Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για γυναίκες, αν μπει στην εξίσωση η αναντιστοιχία στους μισθούς μεταξύ αντρών και γυναικών.

«Το ενοίκιό μου κάθε μήνα ανέρχεται στα 500 ευρώ, δηλαδή στο μισό περίπου του μισθού μου. Εκ των πραγμάτων, ο μισθός μου δεν αρκεί για να καλύψει τις μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες», είπε στη «Χαραυγή» η 35χρονη Μ.Ε., η οποία εργάζεται πολλές ώρες καθημερινά και μεγαλώνει μόνη τα τέσσερα ανήλικα παιδιά της.

Σχετικά με τη δυσκολία στο να ανταποκρίνεται, τόσο στα οικονομικά όσο και σε αυτά που «απαιτούν» τέσσερα ανήλικα παιδιά, η Μ.Ε. είπε ότι μια εργαζόμενη μητέρα δεν είναι εύκολο να βρει δουλειά που να της αποφέρει καλό μισθό και καλό ωράριο συγχρόνως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντεπεξέλθει ούτε οικονομικά, αλλά ούτε και στις υποχρεώσεις της απέναντι στα παιδιά της (για παράδειγμα ποιοτικός χρόνος μαζί με τα παιδιά). Όσο για το αν υπάρχει η προοπτική να αποκτήσει δικό της σπίτι, η απάντησή της ήταν αφοπλιστική: «Όχι, ούτε καν. Το πήρα απόφαση ότι δεν θα έχω ποτέ δικό μου σπίτι». Εξάλλου ο μισθός της δεν αρκεί για να καλύψει τις βασικές ανάγκες της οικογένειας για τον μήνα και φυσικά δεν είναι σε θέση να αποταμιεύει προκειμένου να δημιουργήσει ένα ταμείο που θα της επιτρέψει στη συνέχεια να εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς δικής της οικίας. Επίσης, συχνά πυκνά προκύπτουν έκτακτες ανάγκες που βγάζουν την οικογένεια εκτός προϋπολογισμού.

Για τη σύγκριση μεταξύ της δικής της γενιάς και αυτής των γονιών της, η Μ.Ε. εξήγησε ότι δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στις δύο γενιές, ανάμεσα στις εποχές. «Στη σημερινή κοινωνία οι οικονομικές συνθήκες είναι αρκετά πιο δύσκολες. Η αγορά εργασίας δεν είναι το ίδιο εύκολη όσο παλιά, ο μισθός είναι αρκετά χαμηλός και ο ανταγωνισμός είναι μεγαλύτερος. Παλαιότερα υπήρχαν πιο πολλές ευκαιρίες, ενώ παράλληλα στη γενιά των γονιών μας οι περισσότεροι είχαν τόσο οικονομική βοήθεια όσο και βοήθεια με τα παιδιά».

 

 

 

 

 

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.