Ορίζοντας / Ανοιχτός Ορίζοντας

Στα μικροφιλολογικά τετράδια 28 (παράρτημα των μικροφιλολογικών αρ. 46, Φθινόπωρο 2019) παρουσιάζονται σε ανθολόγηση – επιμέλεια του Λευτέρη Παπαλεοντίου το πρώτο μέρος του αφιερώματος Νεοελληνική σατιρική ποίηση Από τον Σολωμό ως τις μέρες μας.
Μια επιλογή των ποιημάτων παρουσιάζουμε με την άδεια του επιμελητή.

Τζ̆’ εδώκασιν το δίκαιον στον μέγαν αμολόητον

 

Παναγιώτης Σούτσος
(1806-1868)

Η περιβόητος δίκη μου (απόσπασμα)

Ένταλμα Εισαγγελέως προχθές έξαφνα λαμβάνω

κι εις τα κορακίστικά του οπού δεν καταλαμβάνω

«Σούτσε, ποιητή, με γράφει· επιδόσεις, προτερήσεις,

και ορκίσεις, και τελέσεις, κι αντικλήσεις, κι επικλήσεις,

και προβλήσεις, και κλητεύσεις, και διζήσεις, και πολλαί

τελεσίδικοι εφέσεις, και ποιναί, κι υποβολαί,

πατά τατί, πατά τατά,

εις ημάς παρουσιάσου, Κύριε! δι’ όλ’ αυτά».

[…] Κι ο κυρ γραμματεύς κατόπιν, άνθρωπος οπού δεν βόσκει,

την απόφασιν αυτήν μου σοβαρώς αναγιγνώσκει:

«Επειδή μας εκκωφαίνεις με ψαλμούς ελευθερίας,

μ’ αγκυρίδας και με κλείδας να κλεισθείς ως τολμητίας»·

αυτά δυνατά κηρύττει

με μυκτήρας σφαλισμένους, με φωνήν από την μύτη·

τουντουντούν τουντούν τουντόν

η απόφασις αυτ’ είναι των Πρωτοδικών Κριτών.

 

Εις αυτήν σας την σοφίαν, Κριταί! τότε κι εγώ κράζω,

τί με μένειτί να πω;

Να ζητήσω κι εγώ άλλο, άλλο δεν αυθαδιάζω,

παρ’ ολίγον να σας ψάλλω τον μυστριώτικο σκοπό:

«Οσουρλουλού και μουρλουλού κι αστάρλαλα τραντάφυλλα».

Η κιθάρα, Αθήνα 1835, σ. 101-103.

 

Ανδρέας Λασκαράτος
(1811-1901)

Εις τον Έρωτα

Έρωτα, α θες ναν τα ’χομε καλά,

στο σπίτι μου να μη ματαπατήσεις.

Ε! που σ’ το λέω· κι α θέλεις να με αφήσεις

αναπαμένον, πάει πολύ καλά.

 

Εγώ, μ’ έκαψε η πρώτη κουμπαριά.

Κι αν εσύ τώρα δεν αποφασίσεις

να πας στο διάολο και να μη γυρίσεις,

θα ’ρτομε καμιά μέρα στα χοντρά.

 

Για δαύτο να με λείπεις, κουμπαρόπουλο·

μη σου μαδήσω ευκείνες τσι φτερούγες

και σε κάμω να σκούζεις σα γαλόπουλο,

 

και να τρέχεις κουτσόφτερο στσι ρούγες.

Κι ευκείνες τσι σαΐτες οπού φέρεις

σου τσι βάνω όλες μάτσο εκεί που ξέρεις.

Ανδρέας Λασκαράτος, Στιχουργήματα διάφορα, Κεφαλληνία 1872 [= Άπαντα, επιμ. Αντ. Μοσχοβάκης, Αθήνα 1959].
Βασίλης Μιχαηλίδης
(1849-1917)

Ο αμολόητος

Έναν τζ̆αιρόν τζ̆αι μιαν βολάν του σώματος τα μέλη,

έτσι σγοιαν είχαν ούλα τους αγάπην σαν το μέλιν,

εκάμαν επανάστασην τζ̆’ αρκέψαν πάνω κάτω

να ρίψουσιν την τζ̆εφαλήν ’πού το καπετανάτον.

Έτσι σγοιαν εμαλλώννασιν τζ̆’ ήταν να σκοτωθούσιν,

αθθυμηθήκαν τους θεούς τζ̆αι πάσιν να κριθούσιν.

Βάλλουν τον αμολόητον ομπρός παϊρακτάρην

τζ̆αι πουρουτζ̆ήν τον γείτον του να παίζει να τους πάρει.

Πκιάννουν την στράταν, φίλοι μου, κατταρκαστοί λουρκάζουν,

πάν κόττα βία στους θεούς τζ̆’ αρκέψαν να φωνάζουν.

Αρκέψασιν έναν καβκάν τζ̆αι μιαν φιλονικίαν,

όι εγιώ, όι εσού, πκοιος να ’σ̆ει τα πρωτεία.

Θωρείς τζ̆αι τζ̆ει π’ ακούουνταν ούλλους οι μαλλωμοί τους,

σηκώννετ’ ο αμολόητος τζ̆αι στέκει τζ̆αι λαλεί τους:

 

«Πάψετε τα μαλλώματα, κάτσετε ’νεπαμένα

τζ̆αι βάρτε ’φτίν ν’ ακούσετε τα λόγια μου εμέναν.

Ίντα ’νεκατωθήκετε ούλα τούς καραόλους;

Ό,τι τζ̆’ αν είμαι, ’γιώ ειμαι, εγιώ σας ’ρίζω όλους.

Αντάν τζ̆οιμάστε ούλλοι σας, τζ̆’ εσείς τζ̆’ ο καπετάνος,

εγιώ ξυπνώ τζ̆αι στέκουμαι τζ̆αι γλέπω σαν βαριάνος.

Βαριάνος ντούρος, άφοος, “γρυ” να μου πει πκοιος ’μπόρει,

να κάμω χίσαν μιαν, τρυπώ θωρακωτόν παμπόριν.

Εσείς πρέπει να στέκεστε ομπρός μου ντροπκιασμένοι,

γιατί ’πο έναν φτύμμαν μου είσαστιν καμωμένοι.

Χωρίς εμέναν την ζωήν πού έθεν να την δείτε;

Εγιώ ξέρω ίντα τράβησα, για να ’στε σεις να ζ̆είτε:

Εξύπνουν τζ̆’ εσηκώννουμουν σαν λιόντας θυμωμένος

τζ̆’ επήαιννα ανακούτρουλλος, δισακκοφορτωμένος

τζ̆αι δεν ετταϊνάτιζα μέ κρίσην μέ βασίλειον,

παρά ’μπηα τα μούτρα μου τζ̆’ έφτυννα μες στον σπήλιον·

σπήλιον πὄσ̆ει το στόμαν του μες στα μαζ̆ιά χωσμένον,

τζ̆’ άφηννα το δισάτσ̆ιν μου ’π’ αππέξω κρεμμασμένον».

Τότε λαλεί η τζ̆εφαλή με πάθος

τζ̆αι θυμόν πολλύ:

«Μούλλωσε σύ, ’πουκατινέ, τζ̆αι δεν σου ππέφτουν λόγια,

τζ̆’ ο αρχηγός εγιώ ειμαι, που κάθουμαι στ’ ανώγεια».

Λέει τζ̆’ ο αμολόητος της τζ̆εφαλής με τόνον:

«Αν κάθεσαι ’πού πάνω μας σγοιαν βασιλιάς στον θρόνον,

ομπρός μου εμέν να σιωπάς, να μέν αννοίεις στόμαν

τζ̆’ ’έν εισαι ο καπετάνος μας, φορείς τα μαύρα ’κόμα.

’Εννά ’σαι καπετάνος μας τζ̆’ ’εννά ’σ̆εις τα πρωτεία,

αντάν αλλάξεις τζ̆αι ντυθείς τον άσπρον σου μαντύαν.

Τωρά σιώπα, μέν λαμνεις, τζ̆’ εγιώ σε κουμαντάρω

τζ̆αι όπου θέλω, ζόρολα, μιτά μου ’εννά σε πάρω».

 

Οι δικασταί με θεϊκήν τότε ευθυκρισίαν,

μετά ολίγην σύσκεψιν κι ολίγην ομιλίαν,

ομόφωνοι εκήρυξαν την τζ̆εφαλήν ανόητον

τζ̆’ εδώκασιν το δίκαιον στον μέγαν αμολόητον.

Τζ̆’ ο γείτος του ο πουρουτζ̆ής προς το ακροατήριον

ενθουσιών εσάλπισε βροντώδες νικητήριον.

(γρ. 1880-1881)

  

Γεώργιος Σουρής
(1853-1919)

Ο Έρωτας

Από τα μάτια, λένε καμπόσοι,

πιάνετ’ ο έρως… εγώ θαρρώ

πως σαν δεν έχεις στην τσέπη γρόσι,

δεν τον τσακώνεις τον πονηρό.

 

Ο έρως είπαν και λένε άλλοι

πως τριγυρίζει παντού στραβός,

δεν τον ξιππάζουν νιάτα και κάλλη,

και σ’ όλα τ’ άλλα είναι βουβός.

 

Εγώ πιστεύω πως τούτος έχει

τέσσερα μάτια γλαρά γλαρά,

κι εκεί χτυπάει, εκείθε τρέχει,

όπου ξανοίγει λάμψη παρά.

 

Το τρελοπαίδι της Αφροδίτης

εξεβουβάθη με τον καιρό,

κι είναι στις προίκες πρώτος μεσίτης·

λέγω αλήθεια, να σας χαρώ.

Φεβρ. 1880 / Τα Άπαντα, τ. Δ΄, Αθήνα, Δημητράκος, 1941, σ. 132.

 

Κωστής Παλαμάς
(1859-1943)

Σατιρικά γυμνάσματα

Α19

Ο κόλακας κι ο ψεύτης χαλασμοί σου,

της αμαρτίας πατρίδα, άμυαλη Μάνα,

του κόσμου είσαι το σκύβαλο· απελπίσου!

 

Σε λιώσανε τα χάιδια τα λαοπλάνα

στου κόλακα τα χέρια και στου ψεύτη·

χτυπήστε τη νεκρώσιμη καμπάνα!

 

Η ψυχή μου με το θυμό παντρεύτη·

δε στρώνω στο κιβούρι σου πορφύρα

το δεκαπεντασύλλαβο του Κλέφτη.

 

Χορδή στη σιδερένια σου τη λύρα,

σκληρή και λαμπερή σαν το διαμάντι,

ταίριασα κι άλλη μια· για σένα

 

πήρα το τρίστιχο απ’ την Κόλαση του Δάντη!

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας και Τα σατιρικά γυμνάσματα, Αθήνα 1912
[= Σατιρικά γυμνάσματα, επιμ. Ξ. Α. Κοκόλης, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2005].

 

Γεώργιος Στρατήγης
(1859-1938)

Εις το Πανεπιστήμιον

Όλος ο κόσμος φλογερό καμίνι τ’ ονομάζει

διότι τούβλα κάποτε  και κεραμίδια βγάζει.

Εις δραματικόν συγγραφέα

Όλο τον κόσμο πιάνουνε στα κλασικά σου δράματα

στις τραγωδίες, γέλωτες, στις κωμωδίες …κλάματα!

Εις λαίμαργον Επίσκοπον

Από τα δυο ποιο προτιμάς με πόθον πιο μεγάλον,

τ’ ανθρώπινό σου ποίμνιον ή των προβάτων μάλλον;

Εις πολυγράφον ποιητήν

Αν δεν πατάς στον Παρνασσό με τα φτερά Πηγάσου,

κάνε σκαλάκια ν’ ανεβείς τας τόσας …συλλογάς σου!…

Επιγράμματα, Αθήνα, Εστία,1933, passim.

 

Δ. Θ.Λιπέρτης
(1866-1937)

Οι καλοήροι

Δεσπότη μου, πουνα ’χω τες ευτζ̆ές σου

τζ̆αι ’πού τα είκοσι σου θέμι νύσ̆ια,

έτσι καλά που κάμνεις τες δουλειές σου

σάσ’ την τζ̆αι τούτην σγοιαν τες άλλες ίσ̆ια.

 

Τους καλοήρους πὄν’ ’ποκαρυμμένοι

δείχτου τους νάκκον, τάβρα τα λουρκά τους

γιατ’ ’εν ’ποκάθουνται οι ορκισμένοι,

τζ̆’ ’εννα ταβρήσεις τα ’πομούσουρα τους.

 

Ελαωθήκαν ούλλοι τους τζ̆’ αρκώσαν

σγοιαν τους λαωνικούς πκιον παντουρίζουν,

ούλα τους τσούρους θέμι ετσικνώσαν,

σγοιαν τους γαδουραππάρους σ̆ισ̆ισ̆ινίζουν.

 

Κατύσ̆η του σπιδκιού πὀννά λιμπίσουν

τζ̆αι να τους βάλλουσιν θέμι στην κάτσαν,

έντζ̆ε κουρκάρουν τζ̆ει πὀννά σαρτίσουν,

θέλουσιν τζ̆αι καλά να βκάλουν ράτσαν.

 

Κάμνεις χρυσήν δουλειάν να τους παντρέψεις·

έντζ̆’ έν’ χτηνά ροκά μέ οψιμάρκα·

’πού λλόου τους τζ̌’ εσού να ξιμπερτέψεις,

γιατ’ έν’ τζ̆ηλώνια, φίνα λατζ̆ινάρκα.

Τζυπριώτικα τραούδκια, τ. Γ΄, Λευκωσία 1934.

 

Ιωάννης Περδίος
(1881-1930)

[Για τα Ποιήματα του Β. Μιχαηλίδη]

Συνιστώ θερμώς εις όλους του Βασίλη τα τραγούδια

πὄχουν μοσχομυρισμένα κυπριώτικα λουλούδια

κι ολοζώντανες εικόνες σαν και τες ομηρικές,

καλλιτεχνικά ντυμένες με στολές κυπριακές.

Κι όποιος Κύπριος δεν πάρει θα ’ναι δύστροπο γαϊδούρι

κι αν τον δω κι εγώ μπροστά μου θα του φτύσω μες στην μούρη.

Μαστίγιον, Λευκωσία, 1.1.1912

 

Ευέλθων Γ. Πιτσιλλίδης
(1887-1955)

Το γλωσσικόν

Πρό τινος είχαμεν εδώ μεγάλας συζητήσεις,

την κρίσιν λησμονήσαντες την οικονομικήν,

και είχαμεν μαλλώματα, φωνές και αντεγκλήσεις

διά την καθαρεύουσαν και την δημοτικήν:

αν πρέπει από σήμερον οι παίδες των Ελλήνων

να λένε άρτον το ψωμί και σικυούς τ’ αγγούρια,

ρόδα τα τριαντάφυλλα και το κρασάκι οίνον,

κοχλίαν τον σαλίγκαρον, καρκίνους τα καβούρια,

εμβάδας τες παντούφλες μας, τριχίας τες σαρδέλλες,

αμπέχονα τους σάκκους μας, πινία τα καρούλια,

ή αν αλεξιβρόχια θα λένε τες ομβρέλλες,

αλέκτορας τους πετεινούς, θρύδακας τα μαρούλια,

τα παξιμάδια δίπυρα, πλακούντα τον κεφτέν,

το πιάνο κλειδοκύμβαλον, την φτώχειαν μας πενίαν,

ή αν νιφοκοκκόζωμον θα λένε τον καφέν,

ή αν την κουταμάραν μας θ’ αποκαλούν μωρίαν!

Εύσκιος Πεύκης, Σατυρικά ποιήματα, Λεμεσός 1935, σ. 7, 31-32.

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης
(1888-1944)

Επίγραμμα

Όταν η φούστα κατεβεί και κάθε κέντρο κλείσει,

κι αρσενικών και θηλυκών περισταλεί το μένος,

χαρά στον τόπο το λαμπρό που θα γενεί ξωκλήσι,

κι όμορφος κόσμος ηθικός, …παγκαλικά πλασμένος!

1.2.1926
Σατιρικοί (φαιδροί και μυλλωμένοι) στίχοι, επιμ. Λ. Παπαλεοντίου, Λευκωσία 2009.

 

Κ. Γ. Καρυωτάκης
(1896-1928)

Όλοι μαζί…

Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,

γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.

Μια τόσο ευγενική φιλοδοξία

έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

 

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές

τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,

δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας

για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

 

Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά

και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.

Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα

των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

 

Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού

τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.

Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,

ανεβήκαμε στ’ άστρα τ’ ουρανού.

 

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,

κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,

επέσαμε θύματα εξιλαστήρια

του «περιβάλλοντος», της «εποχής».

Ελεγεία και σάτιρες, Αθήνα 1927 [= Ποιήματα και πεζά, επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ερμής, 1972, 1982]

 

Γλαύκος Αλιθέρσης
(1897-1965)

 Επαρχιωτισμός

Το φυσικό τους να ’ναι ονειροπόλοι.

Απάγγελναν Πορφύρα και Γρυπάρη·

ξαφνιάζαν τους αστούς στη μικρή πόλη

με τον πολύ τον αέρα που ’χαν πάρει.

 

Στο παρουσιαστικό τους είχαν τρόπους

παράξενους. Μαλλιά μακριά, γραβάτες

ανεμιστές. Ξανάβαν τους ανθρώπους

γυρνώντας επιδεικτικώς τις πλάτες.

 

Στη γλώσσα, ανθός του Χάμσουν η ειρωνεία·

σ’ όνειρα, τη ζωή ζούσαν του Γκόρκι.

Στα τίμια σπιτικά τους, τί αγωνία,

τί μαύρη απελπισιά, τί κλάματα, όρκοι…

 

Σύμβολο στέκει, σ’ ένα παραμύθι –

τα φύλλα κάτω, οι ρίζες πάνω! – δέντρο).

Α! φαντασία πικρή, πώς ζεις στη λήθη;

Της μικρής επαρχίας τους γίναν κέντρο,

 

οι ανήσυχοι, ανυπόταχτοι ερμοσπίτες.

Κυλούν τα χρόνια, σβουν οι πόθοι, η ζωή ρέει,

και σοβαροί, φιλόνομοι πολίτες

κατάντησαν του Νίτσε οι Φιλισταίοι!

Θερισμοί και οργώματα, Αλεξάνδρεια 1939. Αρχιλόχειον

  

Πωλ Νορ 
(Νίκος Νικολαΐδης, 1900-1981)

Σωτήρες 

Σωτήρες πάλι εγέμισεν Ελλάς η δυστυχής!

Σωτήρες είναι τ’ άφθονα φρούτα της εποχής!

Η ευτυχία πλάκωσε κι ιδού την επί «θύραις»!

Πια δεν υπάρχουν Έλληνες! Υπάρχουνε Σωτήρες!

Εδώ Σωτήρ, εκεί Σωτήρ, Σωτήρ και παραπέρα,

βγάζει εκατό τουλάχιστον Σωτήρες κάθε ημέρα.

Κι όλο πληθαίνει ακράτητα Σωτήρων η σωρεία!

Θα παύσ’ η Ελλάς να είν’ Ελλάς! Θα γίνει Σωτηρία!

Αλλ’ εις ουδέν θα ωφεληθεί κι απ’ τον Σωτήρειον πλούτον.

Γιατ’ είν’ όλοι οι Σωτήρες της Σωτήρες του εαυτού των.

Κι αφού μοχθήσουνε γι’ αυτόν, κοπιάσουν και ιδρώσουν

ύστερα την πατρίδα των δεν ευκαιρούν να σώσουν…

Άπαντα. Σατιρικά – Λυρικά, Αθήνα, Δίφρος, 1977, σ. 201, 32, 63.

 

Παύλος Λιασίδης
(1901-1985)

Εμείς φταίουμεν

Ποιος έβκαλεν τ’ αμμάδκια σου; λαλεί μια παροιμία.

Έχουν να πούσιν, τζ̆’ έν’ σωστόν, ο πρώτος συγγενής σου.

Τζ̆’ έτσι σαν ήμαστιν ομπρός πουλιά της Παραδείσου,

επιάσαμεν τα παραρά, τζ̆’ έσσω μας η Τουρκία.

’Πού πόττεν τζ̆’ εγινήκαμεν όπως τους κατσοσ̆οίρους;

Γιατί τζ’ ο νους σμουσ̆ίζεται, φτωσ̆οί μου, γοιον τους σ̆οίρους.

 

Λλιάνετε τες πατρίδες

Λλιάνετε, φτωσ̆οί μου, τες πατρίδες,

αττ’ ’εννα δείτε φως τζ̆αι ’νεπαμόν

τζ̆αι τούτες έν’ εφεύρεσες τους Μίδες,

να ζ̆ουν πά’ στο δικόν σας τον καμόν·

γιατί ο πόλεμος τζ̆’ η φτώςσ̆εια έν’ η ζωή τους

τζ̆’ η ζήση τζ̆’ η τιμή σας οι οχτροί τους.

Νεκατωμένοι αέρηες, Λευκωσία 1979. Άπαντα, τ. Β΄, σ. 271, 275.

 

Τεύκρος Ανθίας
(1903-1968)

Κήρυγμα

Ένα καρναβάλι είν’ η ζωή απ’ την αρχή ώς τα στερνά,

μια διαρκής αποκριά στου Σύμπαντος τις στράτες,

τόσο σαχλή σε σάτιρα και πνεύμα, πὄταν προσπερνά,

γελούν για τη γελοία της παράσταση οι διαβάτες.

 

Χα χα! Με μάσκες, σερπαντέν, με κομφετί και ντόμινα,

στροβιλιζόμαστε όλοι μας σε φασουλίδικο χορό, ξ

όανα Εωσφορικά με πρόσωπα ανθρώπινα,

ηθοποιοί σε θέατρον αστείο και θλιβερό.

 

Ω Πιερότοι τραγικοί και Κολομπίνες κωμικές,

δούλοι, ναι, δούλοι άβουλοι, και σκλάβες σε χαρέμια,

ιδού, η γκαμήλα προσπερνά, με μουσικές ξωφρενικές,

και καβαλάρισσα η ζωή κρατάει σφιχτά τα γκέμια.

Τα σφυρίγματα του Αλήτη, Αθήνα 1929.