Της Άννας Μισιαούλη

Η Βασιλού Χατζηιωσήφ Αχμετί, η συμπατριώτισσά μας που πέθανε στις 25 Ιουνίου έχει πίσω της μια μεγάλη ιστορία για την κοινότητά της. Και η ζωή της αντικατοπτρίζει την ιστορία της Κύπρου τα τελευταία 106 χρόνια στα οποία η γιαγιά έφτασε.

Δεν είναι τυχαίο που ο θάνατός της τον περασμένο μήνα αποτέλεσε πρωτοσέλιδο στον τ/κ Τύπο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλημμύρισαν με το ρυτιδωμένο της πρόσωπο και το γλυκό βλέμμα της ελπίδας. Όπως έγραψε ο Αντέμ Χότζα από την Αγία Μαρίνα, στο αποχαιρετιστήριό του μήνυμα για τη γιαγιά Βασιλού: «Εξαντλημένες ζωές, εξαντλημένες ελπίδες».

Ο επίσης Αϊ-Μαρινιώτης Μεχμέτ Γιακούπ αποχαιρέτησε τη γιαγιά Βασιλού γράφοντας: «Στο καλό. Η Αγιά Μαρίνα ήταν δική σου. Εσύ είσαι η Αγία Μαρίνα. Έγινες σύμβολο των Μαρωνιτών και σύμβολο της ειρήνης. Για μας. Η ζωή σου έγινε ένα με την ιστορία. Μας υπενθύμισες ξεχασμένες αξίες και μέχρι την τελευταία σου πνοή περίμενες. Περίμενες μια παρηγοριά, μια ελπίδα. Το τελευταίο διάστημα της ζωής σου, σου υποσχέθηκαν, σου έδωσαν ελπίδες, σου είπαν “περίμενε”. Περίμενες να κρατήσουμε την υπόσχεση που σου δώσαμε. Συγγνώμη, γιαγιά. ΣΥΓΓΝΩΜΗ».

Η σοφία ενός αιώνα σε έναν τόπο σαν την Κύπρο περικλείστηκε σε μερικές φράσεις της γιαγιάς Βασιλούς που αποτυπώνονται σε ντοκιμαντέρ για το χωριό της την Αγιά Μαρίνα/Gulpinar:

«Ο παππούς μας ο Αχμέτις εν έθελε να βαφτιστεί. Ελάλεν που εννά πεθάνω, εν θέλω να μαλώνετε πού να με θάψετε. Αφήστε τους (Τ/κ) να με πάρουν, είπεν μας. Να μεν μαλώνετε. Πιάστε το φτώμα μου τζιαι τζιείνοι το λέσιη μου».

Η Αγία Μαρίνα/Gulpinar ήταν μεικτό χωριό όπου ζούσαν μαζί Κύπριοι Μαρωνίτες και Τ/κ. Όπως αναφέρει σε ντοκιμαντέρ για την Αγία Μαρίνα, ο Μαρινιώτης Μεχμέτ Χότζα, «οι Μαρωνίτες και οι Τούρκοι ήταν συγγενείς μεταξύ τους. Οι μεικτοί γάμοι ήταν συνηθισμένοι στην εποχή μέχρι το 1935. Δεν υπήρχε ρατσισμός και εθνικισμός εκείνες τις εποχές. Οι άνθρωποι πάλευαν για το ψωμί τους. Κάποιοι ασπάστηκαν το Ισλάμ και κάποιοι το Χριστιανισμό».

Κοινή κουλτούρα

Το ντοκιμαντέρ για την Αγία Μαρίνα/Gulpinar δημιουργήθηκε στα πλαίσια του προγράμματος “Re-enacting Ayia Marina” κατά το οποίο κάτοικοι του χωριού συγκέντρωσαν φωτογραφίες, βίντεο, μαρτυρίες και ιστορίες δημιουργώντας ένα δι-διάστατο διαδραστικό χάρτη ως πορτρέτο του χωριού. Στόχος του προγράμματος να αποκαλύψει την κοινή κουλτούρα μεταξύ των κατοίκων του χωριού, Μαρωνιτών και Τ/κ, που αποτελεί ένα μοναδικό μείγμα. Μαρωνίτες και Τ/κ ζούσαν μαζί στην Αγία Μαρίνα/Gurpinar. Ζούσαν μαζί ειρηνικά μέχρι το 1964, χρονιά κατά την οποία οι Τ/κ του χωριού το εγκατέλειψαν και εκτοπίστηκαν. Μερικά μόνο χρόνια αργότερα, οι Μαρωνίτες εκδιώχθηκαν από το χωριό εξαιτίας της εισβολής. Από τότε το χωριό μετατράπηκε σε στρατόπεδο του τουρκικού στρατού και παραμένει περίκλειστο ως στρατιωτική ζώνη.

Η οικογένεια της γιαγιάς Βασιλούς, όπως και άλλες οικογένειες της Αγίας Μαρίνας, ήταν μεικτή. Όπως έγραψε ο Μετέ Χατάι σε ανάρτησή του, ένας μουσουλμάνος αγρότης από τη Σκυλλούρα, ο Αχμέτ παντρεύτηκε μια Μαρωνίτισα στις αρχές της αποικιοκρατικής περιόδου. Από το γάμο τους γεννήθηκαν η Μαρία, ο Καμπέρ, ο Σουλεϊμάν, ο Γιουσιούφ και ακόμα ένα αγόρι το οποίου το όνομα δεν είναι γνωστό. Σύμφωνα με την προφορική αφήγηση των χωριανών, τρία από τα παιδιά επέλεξαν να είναι Μαρωνίτες. Σύμφωνα με τις ιστορίες, όταν πέθανε ο Αχμέτ θάφτηκε στο μουσουλμανικό νεκροταφείο όπως ήθελαν τα παιδιά του που ήταν μουσουλμάνοι. Υποστηρίζεται ότι είπε στα παιδιά του που ήταν χριστιανοί “Αφήστε το σώμα μου να ανήκει σ’ αυτούς (μουσουλμάνους) και την ψυχή μου στον Χριστό”.

Χώμα από την Αγία Μαρίνα

«Σήμερα θάβουβε τη γιαγιά Βασιλού, ένα από τα παιδιά του Σουλεϊμάν, ή με το χριστιανικό του όνομα, Σολωμού, σε ηλικία 106 ετών», έγραψε ο Μετέ Χατάι. Η γιαγιά Βασιλού κηδεύτηκε στην προσφυγική εκκλησία του Κοτσιάτη, που βρισκόταν μακριά από την Αγία Μαρίνα, όπου γεννήθηκε και στην οποία δεν μπόρεσε να επιστρέψει. Τουρκοκύπριοι συγγενείς της γιαγιάς έφεραν χώμα από την Αγία Μαρίνα. Παρ’ όλο ότι οι τ/κ “αρχές” έδωσαν άδεια η γιαγιά Βασιλού να ταφεί στην Αγία Μαρίνα, η οικογένειά της επέλεξε να θαφτεί στον Κοτσιάτη για να μπορούν να επισκέπτονται τον τάφο και να ποτίζουν τακτικά τα λουλούδια που φύτεψαν. «Θάφτηκες σε μια ξένη γη, γιαγιά Βασιλού», καταλήγει ο Μετέ Χατάι, «αλλά η ψυχή σου βρίσκεται στην Αγία Μαρίνα. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει και σύντομα να εκπληρώσουμε την υπόσχεσή μας… Αν μια μέρα ξανανοίξει η Αγία Μαρίνα θα σε μεταφέρουμε και θα σε θάψουμε στην Αγία Μαρίνα που τόσο αγάπησες και ήθελες να επιστρέψεις».

Η ιστορία της…

Μιλήσαμε με ένα από τα παιδιά της γιαγιάς Βασιλούς, τον Σιαρπέλ Αντώνη, τον μικρότερο από τους έξι γιους της για να μάθουμε λίγα περισσότερα για τη μητέρα του, αλλά και τον ίδιο.
Όπως μας διηγήθηκε, η Βασιλού παντρεύτηκε στα 12 της χρόνια και έκανε έξι παιδιά. Όταν ο Σιαρπέλ Αντώνης ήταν 6 περίπου ετών έχασε τον 54χρονο πατέρα του από ασθένεια. Η Βασιλού στάθηκε να μεγαλώσει τους έξι της γιους. Στην αρχή ασχολήθηκε με τη γεωργία. Καλλιεργούσε κριθάρι και σιτάρι. Αργότερα ανέλαβε τα χωράφια ο μεγάλος της γιος και η ίδια ανέλαβε ένα από τα καφενεία του χωριού. Όπως εξηγεί στο ντοκιμαντέρ της Αγίας Μαρίνας, ο Χιουσεγίν Χότζια: «Υπήρχε ένα έθιμο στο χωριό μας ότι όλες οι γυναίκες μπορούν να πηγαίνουν και εκείνες στον καφενέ. Ακόμα είναι έτσι. Είχαμε πολύ στενές επαφές, αφού ήμασταν όλοι συγγενείς λόγω των μεικτών γάμων». Έτσι δεν ήταν περίεργο που η γιαγιά Βασιλού μεγάλωσε τους γιους της μέσα από τη δουλειά της στον καφενέ της Αγιάς Μαρίνας.

Το 1974, συνεχίζει ο Σιαρπέλ Αντώνης, η μάνα του έφυγε από την Αγία Μαρίνα. Ο ίδιος ήταν ήδη στο στρατό όπου υπηρετούσε τη θητεία σε τάγμα του πυροβολικού, εδώ και ένα με ενάμιση χρόνο. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος βρέθηκε στη Μύρτου.

“Επήα στον Αϊ-Ρμόλα. Ήμαστεν με κανόνια. Εσύρναμεν μες το χωρκόν τζιαι εν ήξερα ότι είχα συγγενείς στο χωρκό. Είπαν μου το ύστερα. Ήταν μια προδοσία ο πόλεμος”.

Ο Σιαρπέλ Αντώνης βρήκε τη μάνα στην Κακοπετριά ένα μήνα μετά. Από κει, η γιαγιά Βασιλού βρέθηκε στην Κυπερούντα και μετά στη Λεμεσό, όπου έμεινε με έναν από τους γιους της μέχρι που αυτός πέθανε σε ηλικία 40 μόλις χρόνων. Μετά το θάνατο του γιου της μεταφέρθηκε στον Κοτσιάτη, όπως μας εξιστόρησε ο Σιαρπέλ. Στον Κοτσιάτη άρχισε και πάλι να εργάζεται. Στο καφενείο. Όπως όταν ήταν στην Αγία Μαρίνα.

«Η επιθυμία της ήταν να πάει πίσω στο χωρκόν της. Επήαιννε στο χωρκό μαζί μου μετά που ανοίξαν τα οδοφράγματα. Αήνναν την οι στρατιώτες να μείνει λλίον στο χωρκό. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια εν εμπορούσε να πάει», αναφέρει ο Σιαρπέλ.

Η δική σου επιθυμία Σιαρπέλ; «Η επιθυμία είναι είναι να πάω να κάτσω στο χωρκό μου. Για μας τους Μαρωνίτες είναι να πάμεν• εν εβουλλώσαν τίποτε σε κανένα, μόνο καμιά δκυο περιπτώσεις που λάθος. Η Αγιά Μαρίνα τζιαι η Δένεια εν σύνορο – πράσινη γραμμή σχεδόν. Ένει ξέρω ίντα που εννά γινεί τζιαμαί. Πως εννά πάμε πίσω εν σίουρο 1000% – ό,τι σκάλες χωράφια είχα πριν, έχω τα τζιαι τωρά. Αλλά περιμένουμε να ξεκαθαρίσουν τα πράματα, να πάμε να κάτσουμε στο χωρκό μας.

Εν έσιει σπίτια, εχαλάσαν το 75-80%. Είμαι διατεθειμένος να πάω να το ξανακτίσω που την αρκή. Το σπίτι μου εν στο κέντρο του χωρκού, τζιαμαί που ήταν οι λάκκοι του νερού. Εν έχω πρόβλημα. Εν υπό τ/κ διοίκηση που εννά πάμεν – ξέρουν το ούλλοι τζι’ ας μεν το λαλούν. Άμαν εννά είσαι στο χωρκό σου τζιαι εννά κάθεσαι στο σπίτι σου εν έσιει σημασία αν ’ναιν ο Αναστασιάδης ή ο Ακιντζί», λέει ο Σιαρπέλ.