Τηρώντας μια σκληρή γραμμή για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στέλνει ένα μήνυμα ότι παρά το γεγονός ότι έχει επανειλημμένα τρέξει να σώσει την ευρωζώνη στο παρελθόν, δεν είναι διατεθειμένη πλέον να κάνει τη δουλειά των κυβερνήσεων γι αυτές, σύμφωνα με αναλυτές την Πέμπτη.

Όπως μεταδίδει το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Μπερτ Βαν Ρουσέμπεκε από την Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Φράιμπουργκ εκφράζει τη θέση ότι «η ΕΚΤ έχει τραβήξει μια γραμμή. Είναι μια προσπάθεια να παραμείνει ανεξάρτητη».

Κατά τη διάρκεια των πολλών χρόνων της κρίσης η ΕΚΤ δεν έχει διστάσει ποτέ να αναλάβει πυροσβεστικό ρόλο, μειώνοντας τα βασικά επιτόκιά της πολλές φορές και λαμβάνοντας σειρά αμφιλεγόμενων και ολοένα και πιο θαρραλέων αντισυμβατικών αποφάσεων πολιτικής για να στηρίξει την οικονομία της ευρωζώνης.

Ωστόσο, ανέκαθεν ο επικεφαλής της Μάριο Ντράγκι επιχειρηματολογούσε ότι για να επιλυθεί η κρίση οι Κυβερνήσεις πρέπει να βάλουν σε τάξη τα δημοσιονομικά και τις οικονομίες τους και να μην κρύβονται πίσω από την ΕΚΤ

Έτσι η ανακοίνωση της ΕΚΤ αργά την Τετάρτη ότι δεν θα αποδέχεται πλέον τα ελληνικά κυβερνητικά ομόλογα ως εγγύηση για δάνεια δίνουν μια γεύση του πικρού φαρμάκου της.

Τα νέα σίγουρα ανησύχησαν τους επενδυτές. Νωρίς την Πέμπτη τα χρηματιστήρια της Ευρώπης σημείωναν πτώση, με το Χρηματιστήριο Αθηνών να κάνει βουτιά πάνω από 9%, ενώ πτώση σημείωσε και το ευρώ.

Την ίδια ώρα το κόστος δανεισμού της Ελλάδας αυξήθηκε πάνω από το συμβολικό επίπεδο του 10%.
Η ανακοίνωση της ΕΚΤ ήταν μια έκπληξη αφού εκδόθηκε μόλις ώρες μετά την συνάντηση του νέου Υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη με τον Μάριο Ντράγκι στην Φρανκφούρτη, την οποία ο κ. Βαρουφάκης περιέγραψε ως «εποικοδομητική» και «ενθαρρυντική».

Αλλά παρά το αρχικό σοκ, αναλυτές λένε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος, τουλάχιστον προς το παρόν ν` αντιμετωπίσουν οι Ελληνικές τράπεζες κρίση ρευστότητας.

«Δεν είναι πιθανό ότι οι Ελληνικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν άμεσα προβλήματα ρευστότητας. Το ελληνικό χρέος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα για να υπάρξει πρόσβαση στον Εκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας (ELA)», είπε ο οικονομολόγος της Natixis Χεσούς Καστίγιο.

Οι Ελληνικές τράπεζες είχαν μειώσει σημαντικά το ποσοστό των κυβερνητικών ομολόγων και δεν βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σ` αυτά ως πηγή εγγύησης για να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, σημείωσε ο αναλυτής.

Ωστόσο, προειδοποίησε, «ο κίνδυνος είναι ότι η απόφαση της ΕΚΤ θα υποσκάψει την εμπιστοσύνη στις Ελληνικές τράπεζες, οι οποίες έχουν υποφέρει από σημαντικές εκροές καταθέσεων πριν και μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου».

Η οικονομολόγος της Bruegel Σίλβια Μέρλερ ανησυχεί επίσης ότι «ακόμα και αν είναι διαχειρίσιμες οι συνέπειες της ρευστότητας, οι πολιτικές επιπτώσεις θα είναι λιγότερο (διαχειρίσιμες)».
Η κίνηση μπορεί να «προστατεύει επίσημα την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, αλλά ωθεί το πολιτικό παιχνίδι …σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα όρια των όρων εντολής μιας Κεντρικής Τράπεζας», είπε η κ. Μέρλερ.

Ο αναλυτής της Credit Agricole Φρεντερίκ Ντουκροζέ θεωρεί ότι η απόφαση της ΕΚΤ είναι μια «ριψοκίνδυνη αν και υπολογισμένη πολιτική κίνηση (που στοχεύει) στην άσκηση πίεσης πάνω στην Ελληνική Κυβέρνηση και τα κέντρα λήψεως αποφάσεων της Ευρωζώνης να εξεύρουν συμφωνία εντός των επόμενων δύο εβδομάδων».

Ο οικονομολόγος της Berenberg Bank Κρίστιαν Σουλτς ανέφερε ότι η ΕΚΤ στέλνει «ένα ισχυρό μήνυμα. Αντί της ΕΚΤ, η Τράπεζα της Ελλάδας και επομένως ο Έλληνας φορολογούμενος θα είναι τώρα ο έσχατος δανειστής για τις τράπεζες».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η κίνηση της ΕΚΤ ήταν χτύπημα για την διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας. «Η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει στην καλύτερη περίπτωση σε μερικούς συμβιβασμούς για διαφύλαξη του γοήτρου της και μικρές προσαρμογές, αλλά όχι σε μια εφ`όλης της ύλης επανδιαπραγμάτευση του προγράμματος προσαρμογής της», είπε.