Βόυτσεκ: Ο γύρος του ανθρώπου σε 65’

Του Βαγγέλη Γέττου

Η ώρα είναι μόλις 21.35. Ημιερημικό Σάββατο βράδυ και ενώ προηγουμένως είχα παρκάρει σε ένα άδειο παλιό ΓΣΠ, μία μόλις ώρα αργότερα το αυτοκίνητό μου ήταν περικυκλωμένο από θηριώδη SUV οι ιδιοκτήτες των οποίων ήδη πάρταραν στα απέναντι ασφυκτικά γεμάτα μπαρ. Ασφυξία και στο θέατρο «Διόνυσος» όχι όμως από ανθρώπους. Αυτοί έλειπαν. Ήταν κάπου αλλού.

Ο άνθρωπος όπως τον ξέρουμε, γενικά, ήταν κάπου αλλού. 9 θεατές έναντι 4 ηθοποιών. Έργο κλασικό που μετρά 200 περίπου χρόνια. Δεν το λες και άγνωστο. Η γύμνια είχε ήδη επιβληθεί στο κοινό που ίσως, μέσα στην αμηχανία του ευάριθμου, να αναρωτιόταν γιατί έθεσε εαυτόν σε μια τέτοια κατάσταση. Έχοντας καθίσει και ακούγοντας το τσέλο να σημαίνει τα τρία κουδούνια, ένιωθες ήδη ότι η συγκυρία, η απ-άνθρωπη βιοπολιτική συνθήκη των τελευταίων 2 ετών είναι αρκετή ώστε τα ερωτήματα να στάζουν σαν σταγόνες βροχής από σπασμένη οροφή πριν ακόμα η τετραμελής υποκριτική ομάδα που επέλεξε ο Παναγιώτης Λάρκου να πατήσει σανίδι.

Με τον θάνατο να καραδοκεί σε κάθε αγκαλιά, σε κάθε φιλί, σε κάθε κοινόχρηστη χειρολαβή λεωφορείου, σε κάθε πόμολο ενός γραφείου, τελικά δεν έχει και τόση σημασία τι λέει πια το βιβλικών διαστάσεων έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ. Εξηγούμαι: όσα είπε στις αρχές του 19ου αιώνα σε ηλικία 22 ετών, έχουν επιβεβαιωθεί τραγικά από αλλεπάλληλα mega γεγονότα. Οι επαναστάσεις του 1848 στην Ευρώπη, του 1917 στη Ρωσία, του 1918 στη Γερμανία, ο φονικός γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, το Άουσβιτς, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, το Βιετνάμ, το Ιράκ, η Παλαιστίνη, η Σεμπρένιτσα.

Και από την άλλη ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε, ο Έλιοτ, ο Καμύ, ο Σαρτρ, ο Μπέκετ να συνωστίζονται στην ουρά ως γνήσιοι επίγονοι μιας πρόωρα χαμένης ιδιοφυΐας, ενός Μότσαρτ της φιλοσοφίας του όλου. Με λίγα λόγια, περισσότερη σημασία έχει η επιλογή ενός κειμένου στο τώρα. Σοφή λοιπόν η επιλογή του κειμένου και το εκ νέου άνοιγμα της καταπακτής του από τον Παναγιώτη Λάρκου. Καίρια, φρέσκια, διεισδυτική, τραχιά και δυναμική η μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου που ξέρει να στρίβει το τιμόνι όπου χρειάζεται από το θέατρο ιδεών προς την λιγοστή αλλά καθοριστική δράση του έργου.

Το να επιλέξεις ένα κείμενο είναι το πρώτο σκαλί. Άλλωστε, χιλιάδες σκηνοθέτες σε όλο τον θεατρικό πλανήτη το έχουν ήδη κάνει – πολύ πριν τον Λάρκου. Καθείς κι η ανάγνωσή του. Να το δεύτερο σκαλί. Η σκάλα όμως πρέπει να οδηγεί κάπου. Και αυτό το ‘’κάπου’’ είναι ένα αυθεντικό σύμπαν που λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες. Εν προκειμένω, ένας δυστοπικός μηχανισμός με γρανάζια που κατασκευάστηκαν ειδικά γι’ αυτόν. Σαν ένα αλλόκοτο όνειρο που θυμάσαι για μέρες ή και χρόνια. Ξυπνάς, αναρωτιέσαι πώς διάολο λειτουργεί ο εγκέφαλος αν τον αφήσεις ήσυχο. Και την ίδια στιγμή δεν παύεις να αναγνωρίζεις ότι αυτός ο εγκέφαλος, όπου το καλό και το κακό, ο θεός και ο σατανάς, το ναι και το όχι περιμένουν το τρένο καθισμένα δίπλα δίπλα στο μοναδικό παγκάκι ενός σιδηροδρομικού σταθμού, είναι ο δικός σου εγκέφαλος: είσαι καταδικασμένος να συνυπάρχεις με το ενδεχόμενο της απόλυτης χειραφέτησής σου.

Ο Λάρκου, στον οποίο, όπως γράφει στο βιογραφικό του, αρέσουν τα επιτραπέζια, στήνει το πιο ψυχρό, το πιο αποστειρωμένο, το πιο μηχανιστικό επιτραπέζιο θεατρικό παιχνίδι όπου τέσσερα πιόνια, τέσσερα ανθρώπινα αρχέτυπα μάχονται μέχρι θανάτου. Και μέσα σε αυτές τις σιβηρικές συνθήκες, ο Λάρκου γυμνώνει τα πιόνια που άλλωστε «έχοντας παγώσει, έχουν πάψει να κρυώνουν». Ο Λάρκου που μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια σε πιο surf προσεγγίσεις, καταβυθίζεται σε ένα δικό του σύμπαν. Και το μοιράζεται με μια απλή χειρονομία. Συνεπώς, έφτασε εκεί που έπρεπε χωρίς παρακάμψεις.

Οι ηθοποιοί ξέρουν επίσης από μοιρασιά. Οι κινηματογραφικές, διακεκομμένες, ελλειπτικές συναντήσεις τους δεν αναιρούν την αλληλεγγύη και την αλληλεξάρτησή τους πάνω στη σκηνή. Το αντίθετο. Κάθε φορά – και είναι πολλές – που ο προβολέας σβήνει για να ξανανάψει, οι τέσσερεις υποκριτές επιδεικνύουν ένα σπάνιο αποτέλεσμα θεάτρου συνόλου, όχι μόνο για τα δεδομένα της Κύπρου. Ο Θανάσης Γεωργίου (Βόυτσεκ), αποδεικνύει την πολυεπίπεδη υποκριτική του στόφα για ακόμα μια φορά. Μέσα σε λίγα χρόνια, από το «Αβελάρδος και Ελοΐζα», στην δαντελένια παρουσία του στο «Θαμμένο Παιδί», στον «Αγαμέμνονα» και τώρα στον «Βόυτσεκ», έχει αποκαλύψει μια υπερβατική παλέτα.

Η Βασιλική Κυπραίου (Μαρία) κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα απ’ όλα: να υπενθυμίζει το χρώμα της ανθρώπινης φωνής, να φεύγει από το σώμα της, να μεταμορφώνεται και να υπηρετεί τον θεατρικό λόγο αλλά και τον λόγο για τον οποίο γίνεται κανείς ηθοποιός. Ο Ανδρέας Κούτσουμπας (λοχαγός, τυμπανιστής) ισορροπεί επιδέξια στα στενά όρια των ακραίων χαρακτήρων που ενσαρκώνει και τροφοδοτεί σταθερά την φωτιά που στο τέλος θα κατακάψει τους πάντες. Ο Δρόσος Σκώτης (γιατρός, αρχηγός τσίρκου, Αντρέας) δίνει τα ρέστα του αναλαμβάνοντας τσαρλατανικούς ρόλους που μεταπλάθει με άνεση και μαεστρία σε τραγικούς.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Γιώργος Τενέντες) συμβολιστικά: μια κρεμάστρα καθαριστηρίου με απαστράπτοντα ρούχα απ’ όπου οι ηθοποιοί ξεκρεμούν τα πιο βρώμικα χαρακτηριστικά τους και τρεις ανισόπεδες επίπεδες πλατφόρμες – οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Ερέβους – ολοκληρώνουν το board game του τρόμου και της ύστατης απελευθερωτικής επιλογής. Η μουσική (Jakub Otcenasek) υπογραμμίζει χωρίς να επιβάλλει και οι φωτισμοί (Σταύρος Τάρταρης) αναδεικνύονται σε πέμπτο συμπρωταγωνιστή, βοηθώντας καταλυτικά το τελικό αποτέλεσμα.

Επιστρέφοντας στο αυτοκίνητο και ψάχνοντας διέξοδο μέσα από τον λαβύρινθο οχημάτων μεγάλου κυβισμού στον οποίο είχα εγκλωβιστεί, προσπαθώ να ηρεμήσω για να μην ξεσπάσω σε κορναρίσματα και τσάμπα βρισιές από παραθύρου.. «Όλα καλά, όλα καλά ρε». Σοβαρά τώρα;

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.