Της Πέρσας Πολυβίου

Στη διαμάχη που γίνεται μεταξύ πολιτικών, γονιών, συνδέσμων, μαθητών για το θέμα της Παιδείας και συγκεκριμένα για το άνοιγμα των σχολείων, δεν υπάρχει λόγος να ειπωθεί ακόμα μια γνώμη, θετική ή αρνητική έτσι κι αλλιώς ακούγονται καθημερινά πολλές. Όλοι, θεωρώ, εκφράζουν τη γνώμη τους, είτε θετικά είτε αρνητικά, με κοινή συνισταμένη την έγνοια για την ασφάλεια και υγεία των παιδιών μας. Μπροστά σε μια τέτοια αντιπαράθεση κανείς δεν έχει δίκαιο ή άδικο, αναλόγως επιχειρημάτων βεβαίως. Με λύπη παρατηρώ ότι από τις συζητήσεις και αποφάσεις απουσιάζει μια σημαντική παράμετρος. Την οποία, προσωπικά, θεωρώ βασική. Αναφέρομαι στην ψυχική υγεία των παιδιών, η οποία φαίνεται πως για πολλούς έρχεται, κακώς, σε δεύτερη μοίρα. Κακώς, γιατί τα έως τώρα επιστημονικά δεδομένα και στατιστικές για τον ιό έχουν δείξει ότι τα παιδιά νοσούν σπανιότερα (1-5% του συνόλου), ενώ οι σοβαρές εκδηλώσεις της νόσου εξακολουθούν να είναι σπάνιες στην παιδική ηλικία. Η μόνη ουσιαστική συνέπεια, επομένως, που έχει ο ιός στα παιδιά έχει να κάνει κυρίως με τον ψυχικό, ψυχολογικό και συναισθηματικό τους κόσμο. Τον οποίο, κατά πώς φαίνεται, θα επηρεάζει για καιρό ακόμα. Τόσο, που δεν γνωρίζω αν στην τελική θα πρέπει να αρχίσει να υπερισχύει το ζήτημα της ψυχικής υγείας στις όποιες αποφάσεις λαμβάνονται, κυρίως για τα παιδιά. Τα οποία μπούχτισαν. Βρίσκονται σε περιορισμό εδώ και αρκετούς μήνες. Το παιχνίδι ξαφνικά απαγορεύτηκε, το διάβασμά τους έγινε άψυχο, η καθημερινότητά τους βαρετή. Το λεξιλόγιό τους διαφοροποιήθηκε, οι απορίες και τα «γιατί» τους άλλαξαν πορεία. Πριν ρωτούσαν γιατί έχει ήλιο, τώρα ρωτούν γιατί δεν μπορούν να τον απολαύσουν. Και δεν είναι αστείο, ούτε μια ελαφριά, παιδική συζήτηση. Το ζήτημα έχει, ή τουλάχιστον θα έχει, πολλές επιπτώσεις και δεν πρέπει να το περνάμε στο ντούκου. Στις συζητήσεις κυριαρχεί η άποψη πως δεν αξίζει να πάνε πίσω, πως ο χρόνος που έμεινε είναι λιγοστός και πως «είναι κρίμα» να θέσουμε σε κίνδυνο την υγεία των παιδιών. Όμως το τι αξίζει, τι είναι «κρίμα» και κατά πόσο υπάρχει η λέξη χρόνος στον κόσμο των παιδιών δεν είμαι σίγουρη αν ταυτίζεται με τις έννοιες που έχουν κατά νου αυτοί που εκφέρουν γνώμες ή λαμβάνουν αποφάσεις. Όπως λοιπόν οι επιδημιολόγοι δί- νουν τις εντολές τους σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής επιδημιολογικά δεδομένα, θα πρέπει και οι ειδικοί ψυχικής υγείας να αρχίσουν να καταγράφουν κι αυτοί κάποια δεδομένα. Την περασμένη βδομάδα οι γονείς ανα- κοίνωσαν στα παιδιά πως από βδομάδας θα δουν δασκάλους και συμμαθητές τους, πως την επόμενη βδομάδα θα ετοιμάσουν ξανά την τσάντα τους, πως θα έρθουν σε επαφή με τον κόσμο που τόσο τους έλειψε. Γέλα- σε το προσωπάκι τους, έδειχναν πως το χρει- άζονταν μετά από τόσο καιρό. «Επιτέλους», ήταν η αντίδραση. Ξαφνικά κληθήκαμε ως γονείς να τους πάρουμε πίσω τον ενθουσιασμό και να ανα- κοινώσουμε κι εμείς με τη σειρά μας τις αποφάσεις της κυβέρνησης. «Τελικά δεν θα πάτε σχολείο». «Μα γιατί;» ήταν η αντίδραση. Και απαντήσαμε ακόμα μια φορά σε ένα μετέωρο γιατί. Όλο αυτό το σκαμπανέβασμα της ψυχολογίας των παιδιών έχει κόστος. Το οποίο θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Τα παιδιά είναι ήδη αρκετά επιβαρυμένα με το άγχος που προκάλεσε όλη αυτή η πανδημία και δεν χωρούν «παιχνίδια» με την ψυχολογία τους. Ας είμαστε λοιπόν πιο προσεκτικοί κι ας αρχίσει να υπερισχύει στις αποφάσεις και συζητήσεις όλων ο παράγοντας ψυχική υγεία. Γιατί στην τελική ναι, μέχρι να βρεθεί το εμβόλιο θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτόν τον ιό. Όμως θα πρέπει και στη συνέχεια να μάθουμε να ζούμε και χωρίς αυτόν. Και αυτό είναι το στοίχημα απ’ εδώ και πέρα… Ας συνεργαστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα για να μη σημαδέψουμε τις ψυχές τους.