Η παραγωγή αστικών αποβλήτων στην Κύπρο παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2017.

Παράλληλα το ποσοστό υγειονομικής ταφής αυξήθηκε από το 2016, αναφέρει η Επίτροπος Περιβάλλοντος Ιωάννα Παναγιώτου, με βάση τα ευρήματα στο έγγραφο «Επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ 2019 – Έκθεση χώρας – Κύπρος», που αναφέρονται στις κύριες προκλήσεις όσον αφορά την εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής και νομοθεσίας της ΕΕ στην Κύπρο, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την κυκλική οικονομία. Η μετατροπή των αποβλήτων σε αξιοποιήσιμο πόρο προϋποθέτει, αναφέρει σε ανακοίνωση η Επίτροπος, πλήρη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τα απόβλητα, η οποία περιλαμβάνει την ιεράρχηση των αποβλήτων, την ανάγκη να διασφαλιστεί η χωριστή αποκομιδή των αποβλήτων, τους στόχους εκτροπής από την υγειονομική ταφή κ.λπ.

Επίσης προϋποθέτει μείωση της παραγωγής αποβλήτων και της κατά κεφαλήν παραγωγής αποβλήτων σε απόλυτους αριθμούς, περιορισμό της ανάκτησης ενέργειας στα μη ανακυκλώσιμα υλικά και σταδιακή κατάργηση της υγειονομικής ταφής των ανακυκλώσιμων ή αξιοποιήσιμων.

Όπως σημειώνει η κ. Παναγιώτου, η παραγωγή αστικών αποβλήτων στην Κύπρο παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2017 (637 έναντι περίπου 487 kg/έτος/κάτοικο). Μετά από μείωση για μερικά έτη, ο όγκος άρχισε και πάλι να αυξάνεται από το 2014 και εντεύθεν.

Στην Κύπρο παρατηρήθηκε επίσης μείωση της υγειονομικής ταφής και ελαφριά αύξηση της ανακύκλωσης και της λιπασματοποίησης. Παρόλα αυτά καταλήγει σε χώρους υγειονομικής ταφής το 76% έναντι του 24% που είναι ο μέσος όρος για την ΕΕ. Το 16% των αποβλήτων ανακυκλώνεται, ενώ σε αυτό περιλαμβάνεται και ποσοστό λιπασματοποίησης 2%. Ποσοστό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (46%).

Παρά τη σταθερή μείωση κατά την περίοδο 2009- 014, το ποσοστό υγειονομικής ταφής αυξήθηκε και πάλι το 2016.

«Η Κύπρος θα πρέπει να πραγματοποιήσει σημαντική επένδυση στην ανακύκλωση και τη χωριστή συλλογή κατά τα επόμενα έτη ώστε να επιτύχει τον στόχο του 2020 για αύξηση σε 50% του ποσοστού ανακύκλωσης», σημειώνει η Επίτροπος.

Η κ. Παναγιώτου τονίζει ακόμη πως βασική και πρώτιστη επιδίωξη –πριν ακόμα και από την ανακύκλωση και κομποστοποίηση– πρέπει να είναι η προώθηση πρακτικών τεχνικών εφαρμογών και πολιτικών που θα μειώνουν τη σχέση παραγόμενο έργο/στερεά απόβλητα, δηλαδή να υπάρχει πρόνοια για βιώσιμη και αειφόρο κατανάλωση.

Σε δεύτερο στάδιο, η διαλογή στην πηγή και η προώθηση τοπικών προγραμμάτων ανακύκλωσης και κομποστοποίησης αποτελεί ,όπως αναφέρει, την οικονομικότερη και την περιβαλλοντικά και κοινωνικά φιλικότερη προοπτική.

Σύμφωνα με την Επίτροπο, το μοντέλο της γραμμικής οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθούσαν μέχρι πρόσφατα οι κοινωνίες δηλαδή «Λήψη – Κατασκευή – Απόρριψη», δημιούργησε τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα με κοινωνικό και οικονομικό κόστος.