ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Η Τουρκία εφαρμόζει στο υπό στρατιωτική κατοχή τμήμα της Κύπρου την πολιτική των παράνομων ανασκαφών, είπε ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Χριστοδουλίδης, προσθέτοντας πως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι να περνούν συστηματικά στην κατοχή οίκων δημοπρασίας του εξωτερικού, κυπριακά αρχαιολογικά αντικείμενα.

Ανακοίνωσε επίσης ότι τις επόμενες μέρες θα πραγματοποιηθεί στη Λευκωσία «Συνέδριο του Συμβουλίου της Ευρώπης σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών, με θέμα τη Σύμβαση της Λευκωσίας, τη «Σύμβαση των Ματωμένων Αρχαιοτήτων», όπως την ονόμασε ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης Θόρμπιορν Γιάγκλαντ».

Σε χαιρετισμό του στα εγκαίνια της φωτογραφικής έκθεσης με τίτλο «Από την κατάχωση των μνημείων στην ανάδυση της μνήμης» στο «Δημοτικό Μουσείο Θάλασσα» στην Αγία Νάπα, ο Υπουργός είπε πως η έκθεση διοργανώθηκε στην Αθήνα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ελλάδας το 2016, στο πλαίσιο των εορτασμών για την επέτειο των 150 χρόνων από τη θεμελίωσή του».

Αφού ανέφερε ότι η έκθεση φιλοξενείται ύστερα από πρωτοβουλία του Συνδέσμου «Άρωμα Αγίας Νάπας-Φίλοι Πάρκου Γλυπτικής», πρόσθεσε πως «περιλαμβάνει φωτογραφικά στιγμιότυπα από το πλούσιο Αρχείο του Μουσείου, τα οποία αποτυπώνουν και τεκμηριώνουν το τιτάνιο έργο της απόκρυψης των εκθεμάτων του κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με σκοπό την προστασία τους από επικείμενους βομβαρδισμούς και λεηλασίες και το κοπιώδες έργο της ανασυγκρότησης του μουσείου μετά τη λήξη της κατοχής».

Εξήγησε ότι «μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ελληνική πολιτεία μερίμνησε για την τύχη των αρχαιοτήτων δημιουργώντας την Ειδική Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης, η οποία συντόνισε μια μυστική επιχείρηση διαφύλαξης των αρχαιολογικών θησαυρών σε σπήλαια, αρχαίους τάφους και κρύπτες ή μεταφέροντας τα εκθέματα στα θησαυροφυλάκια των Τραπεζών».

Ταυτόχρονα, είπε, τα ευρετήρια των συλλογών των Μουσείων τοποθετήθηκαν στις θυρίδες της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ για έξι μήνες αρχαιολόγοι, φύλακες, τεχνίτες και εθελοντές δούλευαν πυρετωδώς στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, για να συσκευάσουν σε κιβώτια τις αρχαιότητες και να τις κρύψουν σε ορύγματα που ανοίχτηκαν στο δάπεδο ή στην αυλή του μουσείου ή σε υπόγεια δημόσιων ιδρυμάτων.

Ο Υπουργός σημείωσε πως «την ίδια πολιτική των παράνομων ανασκαφών εφαρμόζει δυστυχώς και η Τουρκία στο υπό στρατιωτική κατοχή τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας μη συμμορφούμενη με τη σύσταση της Ουνέσκο του 1956 για τις «Εφαρμοστέες Διεθνείς Αρχές που Διέπουν τις Αρχαιολογικές Ανασκαφές», η οποία διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης, συμβαλλόμενο κράτος που κατέχει έδαφος άλλου κράτους μέλους, οφείλει να απέχει από τη διενέργεια αρχαιολογικών ανασκαφών στο κατεχόμενο έδαφος. Ως αποτέλεσμα, κυπριακά αρχαιολογικά αντικείμενα περνούν συστηματικά στην κατοχή οίκων δημοπρασίας του εξωτερικού».

Στον χαιρετισμό του ο Υπουργός αναφέρθηκε και στη δράση τα τελευταία χρόνια, των τζιχαντιστών της οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και το Ιράκ, την οποία «παρακολουθούμε με αποτροπιασμό και βδελυγμία, δράση την οποία έχει καταδικάσει ως έγκλημα πολέμου η Ουνέσκο».

Οι εξτρεμιστές, είπε ο κ. Χριστοδουλίδης, «επιδίδονται ανενδοίαστα σε καταστροφές σπουδαίων ιστορικών μνημείων και ζωτικής σημασίας αρχαιολογικών χώρων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς στην Παλμύρα, τη Χάτρα, τη Σαμάρα, στην αρχαία ασσυριακή Νιμρούντ, που χρονολογείται από τον 13ο αιώνα π.Χ., στο μουσείο της Μοσούλης».

Αφού ανέφερε πως το ζήτημα της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς εν καιρώ πολέμου και κατοχής παραμένει, προς μεγάλη μας θλίψη, επίκαιρο ολόκληρες δεκαετίες μετά, παρά την ιδιαίτερη ευαισθησία που έχει επιδείξει η διεθνής κοινότητα όπως φανερώνει ο μεγάλος αριθμός των  Συμβάσεων και Πρωτοκόλλων που έχουν ψηφιστεί για την προστασία και την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, ο κ. Χριστοδουλίδης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη Σύμβαση της Χάγης του 1954, στη Σύμβαση του 1970 και στη Διεθνή Σύμβαση του Παρισιού του 1972.

Για την Κύπρο, συνέχισε ο Υπουργός Εξωτερικών «ιδιαίτερα σημαντική είναι η Σύμβαση της Χάγης σύμφωνα με την οποία η κατοχική δύναμη αναλαμβάνει όπως «Απαγορεύσει, εμποδίσει και, αν χρειαστεί, σταματήσει οποιουδήποτε είδους κλοπή, λεηλασία ή σφετερισμό από οποιεσδήποτε πράξεις βανδαλισμού που στρέφονται κατά της πολιτιστικής περιουσίας».

Σύμφωνα με τον ίδιο ένα «πιο σύγχρονο νομικό εργαλείο που θα στηρίξει τις συλλογικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, μέσω της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών, είναι αναντίρρητα και η Σύμβαση της Λευκωσίας για τα Αδικήματα που αφορούν Πολιτιστικά Αγαθά, η οποία συνομολογήθηκε το 2017 κατά την 127η Σύνοδο της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας».