ΥΠΟΙΚ: Να μην βλέπουμε ως «ταμπού» το ενδεχόμενο αύξησης του εταιρικού φόρου

Δεν θα πρέπει πλέον να βλέπουμε ως «ταμπού» το ενδεχόμενο αύξησης του εταιρικού φόρου μετά τη συμφωνία σε διεθνές επίπεδο, για την επιβολή ενός ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φορολογικού συντελεστή ύψους 15%, τόνισε το βράδυ της Πέμπτης ο Υπουργός Οικονομικών Κωνσταντίνος Πετρίδης, μιλώντας στην ετήσια διάλεξή του στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κύπρου.

«Μια αύξηση που θα αποτελεί μέρος μιας πιο συνολικής, δημοσιονομικά ουδέτερης φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία θα διαφυλάξει την ανταγωνιστικότητα της Κυπριακής Οικονομίας και θα μας προστατεύσει από τον κίνδυνο να πληγεί το κύρος (reputational risk) της χώρας, κάτι πολύ σημαντικό για μια ανοικτή οικονομία», υπογράμμισε ο Υπουργός Οικονομικών.

Σημείωσε πως «είναι για αυτό το λόγο που η Κύπρος έχει χαιρετίσει και έχει ευθυγραμμιστεί με τη συμφωνία που επετεύχθη σε επίπεδο ΟΟΣΑ στις 8 Οκτωβρίου, και θα εργαστεί εποικοδομητικά σε επίπεδο Ε.Ε, διαφυλάσσοντας και τα δικά της συμφέροντα σε ένα πλαίσιο δίκαιου ανταγωνισμού».

Προς το σκοπό αυτό, συνέχισε, αναμένεται σχετική Οδηγία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την οποία πρόθεσή μας είναι να αξιολογήσουμε, όπως είπε, «τηρώντας εποικοδομητική στάση, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τόσο το σκοπό της Οδηγίας, αλλά και τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Επιπλέον, ο κ Πετρίδης τόνισε πως «το επόμενο διάστημα θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις σε μια σειρά θεμάτων που δημιουργούν αλλαγές, επιπτώσεις, ή στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας» και ότι «η άντληση χρηματοδότησης από ευρωπαϊκές πηγές και από ευρωπαϊκά προγράμματα αποτελεί σημαντική προτεραιότητα της Κυβέρνησης», τονίζοντας, ωστόσο, πως «η Κύπρος δεν είναι μόνο λεφτά που χρειάζεται για να προοδεύσει αλλά μεταρρυθμίσεις».

«Χώρες οι οποίες επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στην άντληση χρηματοδότησης και όχι σε δομικές αλλαγές δεν κτίζουν ούτε βιώσιμες οικονομίες ούτε ευημερούσες κοινωνίες», υπογράμμισε.

Αναφερόμενος συγκεκριμένα στις προκλήσεις για την αγορά εργασίας, ο ΥΠΟΙΚ είπε ότι αυτές είναι η συνεχή αξιολόγηση της επιδοματικής πολιτικής του κράτους ούτως ώστε να βοηθά αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη, χωρίς να αποτελεί αντικίνητρο για εργασία ή να δημιουργεί τη λεγόμενη «παγίδα ανεργίας» ή μαύρη εργασία, η θέσπιση κατώτατου μισθού, η καλύτερη και πιο ευέλικτη αξιοποίηση των αιτητών ασύλου, οι ευέλικτες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας για υπηκόους τρίτων χωρών και η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος ούτως ώστε να διορθωθεί η έλλειψη δεξιοτήτων σε διάφορα επαγγέλματα.

Η διαχείριση στη διάρκεια της πανδημίας και οι προοπτικές της οικονομίας μας κάνουν αισιόδοξους
———————————-
Επιπλέον, ο κ. Πετρίδης τόνισε ότι «η διαχείριση που έγινε κατά τη διάρκεια της πανδημίας αλλά και οι προοπτικές της κυπριακής οικονομίας που επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα και από το ΔΝΤ, μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι».

«Δεν θα πρέπει να μετατραπεί η κρίση του COVID19 σε μια νέα κρίση χρέους, και πιστεύω ότι αυτή είναι μια υπαρκτή και μη αμελητέα πιθανότητα για αρκετές χώρες, αλλά όχι για την Κύπρο», υπογράμμισε και σημείωσε πως «η συνεχής αύξηση του δανεισμού και αύξηση του χρέους δεν είναι επιλογή».

Είναι για αυτό ακριβώς το λόγο, σύμφωνα με τον ΥΠΟΙΚ, «που η πολιτική μας συνεχίζει να είναι η σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους στη μετά πανδημία εποχή».

Ανέφερε ότι ήδη ο προϋπολογισμός του κράτους προβλέπει μια δημοσιονομική διόρθωση με μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 5,0% το 2021 σε 1,1% το 2022 και υπογράμμισε ότι «ο «υπερδανεισμός» δεν μπορεί να αποτελέσει λύση ούτε για την ιδιωτική ούτε για τη δημόσια οικονομία στο μακροπρόθεσμο, ιδιαίτερα σε μια χώρα με σχετικά υψηλά ποσοστά τόσο ιδιωτικού όσο και δημόσιου χρέους».

Αναφερόμενος στην παρατεταμένη πολιτική χαμηλών, ακόμη και αρνητικών επιτοκίων που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια από τις Κεντρικές Τράπεζες, ο κ. Πετρίδης είπε ότι η πολιτική αυτή στήριξε και στηρίζει την παγκόσμια οικονομία, αφού τα χαμηλά δανειστικά επιτόκια διευκολύνουν την άντληση χρηματοδότησης, τόσο από τα νοικοκυριά, όσο και από τις επιχειρήσεις, ενώ διερωτήθηκε «κατά πόσο αυτές οι επενδύσεις είναι βιώσιμες και ανταποκρίνονται στις δυνατότητες της αγοράς ή κατά πόσον ένα παρατεταμένο κίνητρο για ΄υπερεπενδύσεις΄ (overinvestment) ενδεχομένως να οδηγήσει σε ΄λανθασμένες΄ επενδυτικές επιλογές οι οποίες μπορεί να δημιουργούν μια πρόσκαιρη ανάπτυξη αλλά σε βάθος χρόνου να μην είναι βιώσιμες αλλά να αυξάνουν τα κόκκινα δάνεια».

Αναφέροντας ότι ο δανεισμός είναι όπως τη χοληστερίνη, καθώς υπάρχει καλός και κακός δανεισμός, ο κ. Πετρίδης είπε ότι ο «΄καλός΄ δανεισμός είναι αυτός που διοχετεύεται ορθολογικά σε παραγωγικές και βιώσιμες επενδύσεις ενώ ΄κακός΄ δανεισμός είναι αυτός που διοχετεύεται πρόσκαιρα σε μη βιώσιμες επενδύσεις ή αποκλειστικά στην υπερκατανάλωση».

«Και είναι με αυτό το φακό που πρέπει να δούμε και την άλλη πλευρά, αυτή των καταθετών, οι οποίοι, τουλάχιστον στην Κύπρο, αποτελούν τον κύριο αιμοδότη των τραπεζών», ανέφερε, σημειώνοντας ότι «τα πολύ χαμηλά καταθετικά επιτόκια για παρατεταμένη περίοδο, αποθαρρύνουν την αποταμίευση, με ότι αυτό συνεπάγεται (δημιουργία φούσκων σε τομείς της οικονομίας)».

Ανέφερε επίσης ότι μια πιθανή αύξηση των επιτοκίων διεθνώς για ανάσχεση των πληθωριστικών τάσεων, θα δημιουργήσει νέα δεδομένα και πρόσθεσε πως «από την πλευρά του κράτους, τυχόν αύξηση των επιτοκίων δύναται να επηρεάσει αρνητικά και το κρατικό κόστος δανεισμού, σε μια περίοδο όπου το δημόσιο χρέος της Κύπρου – όπως και όλων των χωρών – αυξήθηκε σημαντικά ως συνειδητή πολιτική, λόγω της στήριξης της οικονομίας εν μέσω της πανδημίας».

Νέα μεγάλη πρόκληση η αύξηση τιμών ενέργειας

Επίσης, στην ομιλία του στην ετήσια διάλεξή του στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο κ. Πετρίδης είπε ότι μεσούσης της πανδημίας, κατά την οποία οι οικονομίες ανά την υφήλιο προσπαθούν να ανακάμψουν και να σταθεροποιηθούν, «η νέα μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι η γενική άνοδος των τιμών και ειδικότερα της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία με τη σειρά της συμπαρασύρει τις τιμές χιλιάδων άλλων προϊόντων και πρώτων υλών και διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, θέτοντας σε κίνδυνο την ανάκαμψη των οικονομικών».

«Δεν πρέπει να αποκλείουμε την πιθανότητα μέρος των πληθωριστικών πιέσεων να δημιουργούνται και λόγω της υπερβάλλουσας προσφοράς χρήματος στην αγορά και όχι αποκλειστικά για λόγους μειωμένης προσφοράς», πρόσθεσε.

Ανέφερε επίσης ότι η πολιτική για την κλιματική αλλαγή περιλαμβάνει διάφορες πολιτικές περιλαμβανομένων και της προώθησης μιας πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης, στο πλαίσιο της πράσινης συμφωνίας της ΕΕ, που σκοπό έχουν να συμβάλουν στην εδραίωση μιας πιο φιλικής προς το περιβάλλον συνείδησης, τόσο από τους καταναλωτές, όσο και από τις επιχειρήσεις.

Η πολιτική αυτή όμως, σύμφωνα με τον ΥΠΟΙΚ, «θα συνεπάγεται αύξηση φόρων, όπως η επιβολή ΄φόρου άνθρακα΄, μια πολιτική που εφαρμόζεται ευρέως στην Ευρωπαϊκή Ένωση», και «θα αποτελεί μια νέα επιβάρυνση στον ατομικό προϋπολογισμό του καθενός μας».

Ο κ. Πετρίδης είπε ότι αυτή η πολιτική, η οποία αποτελεί μέρος της στόχευσης για τη σταδιακή απεξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα, συνοδεύεται όμως ταυτόχρονα με στήριξη των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, μέσω άντλησης κονδυλίων και από Ευρωπαϊκά Ταμεία.

Ωστόσο, ο ΥΠΟΙΚ διερωτήθηκε κατά πόσον θα είναι ικανοποιητικό και αναλογικό προς τις επιπτώσεις το τί προσφέρεται από την «πράσινη συμφωνία» όσον αφορά τα αντισταθμιστικά μέτρα και ποιες θα είναι οι συνέπειες στο μεσοπρόθεσμο;

«Το σίγουρο είναι ότι η μετάβαση στην «πράσινη εποχή» δεν θα είναι εύκολη» και «πολλά από τα πιο πάνω ερωτήματα αποτελούν πολλές φορές ΄ταμπού΄ στη δημόσια συζήτηση», κατέληξε.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.