Του Γιώργου Κουκουμά*

Η στυγερή δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι μέσα στο προξενείο της χώρας στην Κωνσταντινούπολη έχει προκαλέσει διεθνή κατακραυγή, έστω κι αν απομένουν πολλά να εξιχνιαστούν γύρω από την υπόθεση. Ο Τραμπ δηλώνει από τη μια ότι δεν πιστεύει τις δικαιολογίες του Ριάντ, αλλά από την άλλη ξεκαθαρίζει ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Σαουδική Αραβία «για ό,τι συμβαίνει στο Ιράν και σε άλλα μέρη» και ότι «δεν μπορούμε να χάσουμε μια σύμβαση 110 δις δολαρίων», εννοώντας το περσινό συμβόλαιο – μαμούθ που επιχείρησε να κλείσει ο ίδιος προσωπικά με το σαουδαραβικό Βασίλειο. Η δε ΕΕ, που σε άλλες περιπτώσεις θα βρισκόταν «στα κάγκελα» και θα λάμβανε δραστικά μέτρα (όπως για παράδειγμα επιβολή εμπάργκο πώλησης όπλων στη Σ. Αραβία, κάτι που ζητά το Ευρωκοινοβούλιο με αλλεπάλληλα ψηφίσματά του), μέχρι στιγμής αρκείται σε εκκλήσεις για εξιχνίαση του εγκλήματος. Ας αναλογιστεί κανείς τι θα γινόταν αν στη θέση του κατηγορούμενου δεν ήταν η Σ. Αραβία, αλλά κράτη όπως η Ρωσία, η ΛΔ Κίνας ή το Ιράν. Μόνο η Γερμανία μέχρι στιγμής ανακοίνωσε «πάγωμα» της πώλησης όπλων, διευκρινίζοντας βέβαια ότι αυτό θα ισχύσει για όσο διαρκεί η διερεύνηση της δολοφονίας και χωρίς να επηρεάζονται οι ήδη εγκριθείσες εξαγωγές όπως αυτή των 400 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκε μέσα στο 2018.

Σενάρια και γεωπολιτική πίσω από τις «ευαισθησίες»

Τα σενάρια δίνουν και παίρνουν σε σχέση με τα γεωπολιτικά παιχνίδια που κρύβονται πίσω από τις διαφορετικές αντιδράσεις. Μήπως η υπόθεση Κασόγκι αποτελεί μια καλή αφορμή για να σταλεί ένα αυστηρό αμερικανικό μήνυμα προς το Ριάντ για να τερματίσει τις συνομιλίες με τη Ρωσία για αγορά των αντιπυραυλικών συστημάτων S-400, κάτι που θα σημαίνει οριστική εγκατάλειψη του συμβολαίου για αγορά των συστημάτων THAAD στην κατασκευή των οποίων εμπλέκεται η «αφρόκρεμα» των πολεμικών βιομηχανιών των ΗΠΑ; Το Ριάντ άφησε την προθεσμία της 30ής Σεπτεμβρίου για υπογραφή του συμβολαίου να περάσει άπρακτη, παρόλο που ο ίδιος ο γαμπρός του Τραμπ είχε μεσολαβήσει για να διευθετηθεί «καλύτερη τιμή». Μήπως μια μερίδα του αμερικανικού κατεστημένου ανησυχεί ότι ο συγκεντρωτισμός και ο ναπολεοντισμός του διάδοχου του θρόνου Πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερικές εκρήξεις ακόμα και αποσταθεροποίηση ενός καθεστώτος που είναι αναντικατάστατος σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή και ο πιο καλός πελάτης των δυτικών οπλοβιομηχανιών; Οι πολιτικές και οικονομικές διεργασίες που συντελούνται μέσα στο βαθύ σύστημα της χώρας και οι εσωτερικές συγκρούσεις μέσα στον Οίκο των Σαούντ και τη σαουδαραβική άρχουσα τάξη, είναι ίσως πιο δραματικές απ’ όσο φαίνονται από έξω. Ποτέ δεν είναι τυχαίο όταν ένας πρώην διευθυντής της CIA, όπως ο Τζον Μπρέναν, επιλέγει να τοποθετηθεί με δημόσια παρέμβαση ζητώντας από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών να εξετάσουν αν ενέχεται ο ίδιος ο Πρίγκιπας στη δολοφονία και σε τέτοια περίπτωση να διακοπούν οι πωλήσεις όπλων και η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος που πριν μερικά χρόνια υπερασπιζόταν τα βασανιστήρια στις μυστικές φυλακές των ΗΠΑ, δηλώνει ότι «οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά σε τέτοια απάνθρωπη συμπεριφορά, ακόμα και αν αυτή διαπράχθηκε από φίλους, γιατί αυτό το έθνος είναι πιστό στις αξίες του», τότε είμαστε βέβαιοι ότι κάτι άλλο κρύβεται. Και το μόνο που μπορεί μετά βεβαιότητας να αποκλειστεί είναι το ενδεχόμενο ο Τραμπ, ο Ερντογάν, η Μέρκελ, η Μέι ή ο Μακρόν και άλλοι να έχουν συγκλονιστεί από τη βάναυση δολοφονία του Κασόγκι και να κόπτονται πλέον για ανθρώπινα δικαιώματα κ.ο.κ. Γιατί αν ήταν έτσι, θα είχαν προσέξει σαουδαραβικά εγκλήματα δεκαετιών και διαστάσεων που δεν χωρεί ο ανθρώπινος νους.

Υεμένη: Η σφαγή που «δεν παίζει» στα κανάλια

Από το 2015 διεξάγεται ένας από τους πιο ανήθικους πολέμους της σύγχρονης ανθρωπότητας, σε βάρος μιας από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Της Υεμένης, της οποίας πριν ακόμα από τον πόλεμο ο μισός πληθυσμός ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας, τα 2/3 των νέων ήταν άνεργοι και οι στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες ανύπαρκτες. Με την εκκωφαντική σιωπή των δυτικών ΜΜΕ, από το 2015 ο στρατιωτικός συνασπισμός, με επικεφαλής τη Σ. Αραβία και με την υποστήριξη –βεβαίως- ΗΠΑ, Βρετανίας και Γαλλίας, βομβαρδίζει την Υεμένη με σκοπό την επαναφορά του φιλοσαουδάραβα Abdrabbuh Mansour Hadi στην εξουσία και την εξόντωση των ανταρτών Χούτι που υποστηρίζονται από το Ιράν. Η δε στρατιωτική αεροπορική βάση των ΗΠΑ Al Anad στο νότο της χώρας χρησιμοποιείται κανονικότατα -από το 2002 άλλωστε- για φονικές επιχειρήσεις με drones μέσα στην Υεμένη, οι οποίες επί Τραμπ έχουν αυξηθεί δραματικά. Παρόλο που η σύρραξη παρουσιάζεται ως διαμάχη σιιτών και σουνιτών, τα πραγματικά αίτια βρίσκονται στη γεωπολιτική διελκυστίνδα Σ. Αραβίας-Ιράν και στο γεγονός ότι η θέση της Υεμένης -στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, προς την κατεύθυνση της Διώρυγας του Σουέζ και τον Κόλπο του Άντεν- είναι στρατηγικής σημασίας από άποψη θαλάσσιων διαδρομών και ενεργειακών πόρων.

Το αποτέλεσμα πάντως είναι ο λαός της Υεμένης να υπόκειται στη χειρότερη ανθρωπιστική καταστροφή του πλανήτη. Τα θύματα υπολογίζονται στις 50 χιλιάδες, ενώ σχολεία, νοσοκομεία, αγορές, σπίτια συγκαταλέγονται ανάμεσα στους στόχους που έχουν πληγεί. Ο πόλεμος περιλαμβάνει επίσης θαλάσσιο και αεροπορικό αποκλεισμό της χώρας από τη Σ. Αραβία με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη επισιτιστική κρίση στον κόσμο -22.2 εκατ. ανθρώπους να χρειάζονται άμεση επισιτιστική βοήθεια εκ των οποίων τα 8.4 εκατ. να είναι στα πρόθυρα λιμού, ενώ ενέσκηψε σειρά επιδημιών. Σύμφωνα με την UNICEF, 2 εκατομμύρια παιδιά αντιμετωπίζουν οξύ υποσιτισμό και «κάθε 10 λεπτά ένα παιδί πεθαίνει στην Υεμένη από ασθένειες που μπορούν να αποφευχθούν». Περίπου 2 εκατ. παιδιά εγκατέλειψαν τα σχολεία γιατί έχουν στρατολογηθεί στις εμπόλεμες εχθροπραξίες. Ακόμα και όταν στις 8 του Αυγούστου η σαουδαραβική αεροπορία χτύπησε σχολικό λεωφορείο σκοτώνοντας 40 παιδιά κάτω των δέκα ετών, η Δύση δεν είχε συγκινηθεί ιδιαιτέρως για να σκεφτεί να αποσύρει τη στήριξή της στο αιματοκύλισμα. Ο μετρητής της υποκρισίας χτυπά κόκκινο αν λάβουμε υπόψη ότι η ΕΕ αρνείται να επιβάλει εμπάργκο όπλων στη Σ. Αραβία, αλλά από το 2014 έχει επιβάλει εμπάργκο και κυρώσεις σε βάρος των ηγετών των Χούτι.

Ριάντ: Σπόνσορας των τζιχαντιστών

Τα στοιχεία για την εμπλοκή της Σ. Αραβίας στη χρηματοδότηση και στήριξη της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας είναι εδώ και χρόνια καταιγιστικά και αδιάσειστα. Πρωτίστως, το δόγμα του ουαχαμπισμού, η μισάνθρωπη και σκοταδιστική εκδοχή – παρέκκλιση της ισλαμικής θρησκείας που προωθεί με φανατική αυστηρότητα η επίσημη Σ. Αραβία σε όλο τον κόσμο μέσα από τη χρηματοδότηση τεμενών, εκδηλώσεων, εκπαίδευσης και θρησκευτική διπλωματία, αποτελεί το λάδι στη φωτιά της τρομοκρατίας. Αυτό βέβαια καθόλου δεν ενοχλεί τις «δυτικές δημοκρατίες» όταν χρειάζονται τη Σ. Αραβία (και τους τρομοκράτες της) στην προώθηση γεωπολιτικών σχεδιασμών όπως στην περίπτωση της επέμβασης για ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ στη Συρία, όπου το Ριάντ ενίσχυσε τον ISIS με 2.500 χιλιάδες μαχητές, ενώ ο φιλοσαουδαραβικός «Στρατός του Ισλάμ» ευθύνεται για το βομβαρδισμό της ρωσικής πρεσβείας στη Δαμασκό. Αποκαλύφθηκε δε ότι στις περιοχές της Συρίας και του Ιράκ που είχαν βρεθεί υπό τον έλεγχο του ISIS διδάσκονταν τα σχολικά βιβλία του σαουδαραβικού Υπουργείου Παιδείας, αφού άλλωστε ταυτίζονται με τις «αντιλήψεις» των τζιχαντιστών.

Με άλλα λόγια, η Σ. Αραβία, η χώρα που έχει παραγάγει τον Μπιν Λάντεν, τους πλείστους δράστες της 11ης Σεπτεμβρίου και έχει ενισχύσει το ISIS, είναι εδώ και χρόνια σύμμαχος των ΗΠΑ «καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Η Σ. Αραβία είναι -όπως έγραφαν οι New York Times πριν δύο χρόνια- «ο εμπρηστής και ο πυροσβέστης της ισλαμικής τρομοκρατίας». Ή, πιο ειλικρινά, είναι «το ISIS που τα κατάφερε»…

Μεσαιωνικό καθεστώς

Για την κατάσταση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σ. Αραβία είναι όλος ο πλανήτης ενήμερος, εκτός -ίσως- οι ισχυροί ηγέτες της Δύσης που δεν δείχνουν ανάλογες ευαισθησίες όπως σε άλλες περιπτώσεις που σκίζουν τα ιμάτιά τους. Ένα θεοκρατικό μεσαιωνικό καθεστώς, όπου οι δημοκρατικές ελευθερίες, οι εκλογές, ο συνδικαλισμός τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα είναι άγνωστες λέξεις, αλλά ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΕ έχουν κανένα κώλυμα να συναλλάσσονται πολυεπίπεδα μαζί του.

Δεκάδες ακτιβιστές και ακτιβίστριες, νομικοί, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι έχουν βιώσει τη βαρβαρότητα της κρατικής καταστολής στη χώρα. Για δεκαετίες τώρα, σειρά σωμάτων του ΟΗΕ έχουν διατυπώσει σοβαρές καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σ. Αραβία, όπως η ύπαρξη μυστικών φυλακών, οι εξαναγκαστικές «εξαφανίσεις», η εκτεταμένη χρήση θανατικής ποινής για σωρεία αδικημάτων ανάμεσά τους η βλασφημία, η ομοφυλοφιλία κ.λπ. (μόνο το 2017 έγιναν 146 εκτελέσεις), οι ποινές του λιθοβολισμού, του ακρωτηριασμού και του δημόσιου μαστιγώματος. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα επίσης η αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2014 που περιλαμβάνει ένα τόσο ευρύ ορισμό της τρομοκρατίας, ώστε ποινικοποιεί κάθε είδους ελεύθερη έκφραση και επιτρέπει τη φυλάκιση ατόμων μέχρι 90 ημέρες χωρίς απαγγελία κατηγοριών και επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Οι συνθήκες ζωής για τους αλλοδαπούς οικιακούς βοηθούς που εργάζονται στο Βασίλειο (ανάμεσά τους μισό εκατομμύριο Ινδονήσιοι) ισοδυναμούν με κανονική δουλεία και παιδική εργασία. Μάλιστα, η τρομοκρατία που ασκεί η Σ. Αραβία επεκτείνεται και σε γειτονικές χώρες όπως το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου δεκάδες δημοσιογράφοι και πολιτικοί ρίχθηκαν στη φυλακή επειδή άσκησαν κριτική στη μοναρχία της Σαουδικής Αραβίας, δυνάμει νομοθεσίας που ποινικοποιεί την επίκριση των «ηγετών φιλικών χωρών». Αυτή η χώρα λοιπόν είναι εκλεγμένη μέχρι το 2019 στο Συμβούλιο του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κάτι που -όπως αποκαλύφθηκε από τα WikiLeaks- επιτεύχθηκε μετά από μυστική συμφωνία το 2014 με τη Βρετανία για «ανταλλαγή ψήφων» στη σχετική ψηφοφορία, όπως παραδέχθηκε και ο τέως Πρωθυπουργός της χώρας Ντ. Κάμερον.

Η δε θέση της γυναίκας στη Σ. Αραβία αποτελεί μελανό σημείο αναφοράς για όλο τον πλανήτη. Στην έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το 2017 κατέλαβε την 138η θέση μεταξύ 144 χωρών. Οι γυναίκες στη Σ. Αραβία είναι, συνταγματικά, πολίτες δεύτερης κατηγορίας, αφού ισχύει το καθεστώς της ανδρικής κηδεμονίας -δηλαδή μια γυναίκα χρειάζεται συγκατάθεση του κηδεμόνα της για να εργαστεί, να κυκλοφορήσει, να υποβληθεί σε εγχείριση κλπ- ενώ ισχύει επίσης υποχρεωτική ενδυματολογία και τελούνται καταναγκαστικοί γάμοι ακόμα και κοριτσιών. Παρόλ’ αυτά, το 2017 η Σ. Αραβία ψηφίστηκε ως μέλος της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Γυναικών, κάτι που αν δεν ήταν τραγικό, θα ήταν ένα από τα πιο σύντομα ανέκδοτα. Από τη σύνθεση της Επιτροπής προκύπτει ότι στη μυστική ψηφοφορία τουλάχιστον 5 κράτη – μέλη της ΕΕ στήριξαν την υποψηφιότητα της Σ. Αραβίας, μιας χώρας που έχει καταθέσει… γενική επιφύλαξη στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.

Μπίζνες και όπλα, οι αξίες της ΕΕ και των ΗΠΑ

Τίποτα λοιπόν από όλα αυτά φαίνεται να έχει θίξει τις «αρχές και τις αξίες του φιλελεύθερου δυτικού κόσμου». Γι’ αυτό άλλωστε οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και κράτη – μέλη της ΕΕ, όπως η Βρετανία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία, επί χρόνια τώρα πωλούν όπλα και έχουν εξαίρετες πολιτικές και εμπορικές σχέσεις με τη Σ. Αραβία.

Το Βασίλειο της Σ. Αραβίας είναι ο 11ος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, ενώ η ΕΕ έχει το 15% του συνολικού εμπορίου της. Μεγάλος αριθμός εταιρειών της ΕΕ επενδύουν στην οικονομία της Σ. Αραβίας -ιδίως στον κλάδο πετρελαίων της χώρας και στη σαουδαραβική αγορά εξάγονται σειρά βιομηχανικών αγαθών της ΕΕ σε τομείς όπως η άμυνα, οι μεταφορές, η αυτοκινητοβιομηχανία και τα ιατρικά και χημικά προϊόντα. Η Σ. Αραβία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εισαγωγέας όπλων από ΕΕ και σχεδόν το 60% των εισαγωγών όπλων της παράγονται στην ΕΕ. Από την έναρξη του πολέμου στην Υεμένη, η Βρετανία έχει εγκρίνει πωλήσεις όπλων ύψους 4,7 δις δολ. ακολουθούμενη από σειρά κρατών – μελών της ΕΕ. Η δε Γαλλία, τον Απρίλη του 2018, υπέγραψε εμπορικά συμβόλαια ύψους 18 δις ευρώ μεταξύ γαλλικών (Veolia, Total) και σαουδαραβικών εταιρειών. Τις ίδιες μέρες ο Γάλλος Πρόεδρος -και ίνδαλμα των φιλελεύθερων στην ΕΕ- Εμανουέλ Μακρόν έδωσε κοινή διάσκεψη Τύπου με τον Σαουδάραβα πρίγκιπα όπου υπεραμύνθηκε των πωλήσεων όπλων (παρόλο που το 75% των Γάλλων σύμφωνα με δημοσκοπήσεις ζητά τερματισμό τους), ενώ μάλιστα εξήρε τις κατά φαντασίαν εκσυγχρονιστικές προσπάθειες του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Οι ΗΠΑ, επί Ομπάμα, είχαν φτάσει σε ιστορικό ρεκόρ πωλήσεων όπλων στο Βασίλειο της τάξης των $115 δις. Ο Τραμπ στο περσινό ταξίδι του στο Ριάντ έβαλε στόχο να ξεπεράσει αυτό το ρεκόρ, ανακοινώνοντας νέες συμφωνίες αγοράς όπλων και άλλες «συνεργασίες» στο πετρέλαιο και τις αερομεταφορές αξίας $380 δις, οι οποίες ωστόσο ακόμα να κλείσουν οριστικά. Με την κυνική του ειλικρίνεια, ο Αμερικανός Πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι «δεν μπορούν να θυσιαστούν» αυτά εξαιτίας της υπόθεσης Κασόγκι.

Ακόμα και τώρα, εν μέσω παγκόσμιας κατακραυγής, το επιχειρηματικό φόρουμ Future Investment Initiative που πραγματοποιείται στο Ριάντ αυτές τις μέρες έχει προσελκύσει εκατοντάδες τραπεζίτες και επιχειρηματίες και η Σ. Αραβία αναμένεται να υπογράψει συμφωνίες άνω των $50 δις στους τομείς του πετρελαίου, του αερίου, της βιομηχανίας και των υποδομών με εταιρείες όπως οι Total, Hyundai, Halliburton. Η εικόνα συμπληρώνεται αν προσθέσουμε επίσης τα εκατομμύρια δολάρια που προσφέρει η Σ. Αραβία ως δωρεές στο Ίδρυμα Κλίντον αλλά και την πρόσφατη συνεργασία της κυβέρνησης του Βασιλείου με το Ινστιτούτο του Τόνι Μπλερ. Μάλιστα ακόμα και μετά τις αποκαλύψεις στη δολοφονία Κασόγκι, ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός έχει απορρίψει το ενδεχόμενο διακοπής της συνεργασίας του.

Η περίπτωση των σχέσεων της Δύσης με τη Σαουδική Αραβία αποτελεί λοιπόν μια γλαφυρή απόδειξη του τι σημαίνει καπιταλισμός. Η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ισότητα των φύλων -όλα αυτά που οι ταγοί του δυτικού κόσμου κλίνουν σε όλες τις πτώσεις- μπαίνουν στην άκρη όταν έρχεται η ώρα των μπίζνες. Αιματοβαμμένων μπίζνες μάλιστα.

Κυβέρνηση Αναστασιάδη: «Ιστορικό» άνοιγμα στη Σ. Αραβία

Όλα αυτά πρέπει να αποτελούν κριτήριο και για την πολιτική που εγκαινίασε η κυβέρνηση Αναστασιάδη – ΔΗΣΥ προς τη Σ. Αραβία, στα πλαίσια -προφανώς- τη συνολικότερης ευθυγράμμισης με τον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ. Αξίζει επισήμανσης το γεγονός ότι ο ΔΗΣΥ, που ως αντιπολίτευση είχε κηρύξει ανένδοτο πόλεμο κατά του ανοίγματος πρεσβείας στην Κούβα ανασύροντας κάθε λογής αντικομμουνιστικά επιχειρήματα για την κατάσταση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα», σήμερα δεν έχει καθόλου τέτοιες ευαισθησίες για ένα κυριολεκτικά μεσαιωνικό καθεστώς και προχώρησε ως κυβέρνηση πλέον στο άνοιγμα κυπριακής πρεσβείας στο Ριάντ το 2015. Ακολούθως, τον Γενάρη του 2018 ο Νίκος Αναστασιάδης, «μαζί με μια πλειάδα υπουργών», πραγματοποίησε την πρώτη -«ιστορική» όπως τη χαρακτήρισε η κυβέρνηση- επίσκεψη Κύπριου Προέδρου στη Σ. Αραβία όπου υπογράφτηκε επίσης σειρά διμερών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένου και Μνημονίου Συναντίληψης για τις πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών. Ακολούθησε επίσκεψη του Κύπριου ΥΠΕΞ στη Σ. Αραβία, όπου με τον ομόλογό του συμφώνησαν να δοθεί «έμφαση στις εμπορικές, οικονομικές και επιχειρηματικές σχέσεις» και άμεσα να «προωθηθεί αριθμός συμφωνιών, διμερών συνεργασιών και κοινών δράσεων». Μάλιστα ο ΓΓ του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, Αl Zayani, «ευχαρίστησε την Κύπρο για τις θέσεις που τηρεί εντός της ΕΕ σε θέματα που αφορούν τη Σ. Αραβία», ενώ ο Ν. Χριστοδουλίδης διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση «μπορεί και έχει τη βούληση να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση των σχέσεων της ΕΕ» με τη Σ. Αραβία και τις χώρες της περιοχής.

President Donald Trump shows a chart highlighting arms sales to Saudi Arabia during a meeting with Saudi Crown Prince Mohammed bin Salman in the Oval Office of the White House, Tuesday, March 20, 2018, in Washington. (AP Photo/Evan Vucci)

Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Υπουργείο Εξωτερικών της κυβέρνησης Αναστασιάδη για χρόνια δεν είχε συγκινηθεί να τοποθετηθεί με κάποια ανακοίνωση για τις αιματοχυσίες που μαίνονται στην περιοχή μας (Παλαιστίνη και Συρία), αλλά επέλεξε να ασχοληθεί με τον πόλεμο που διεξάγει η Σ. Αραβία ενάντια στο λαό της Υεμένης. Ωστόσο δεν καταδίκασε τους θύτες της Σ. Αραβίας που αιματοκυλίζουν την περιοχή, αλλά ευθυγραμμιζόμενη πλήρως με το Ριάντ εξέφρασε, με δύο ανακοινώσεις (Δεκέμβρης 2017 και Μάρτης 2018), την «πλήρη υποστήριξή της προς το Βασίλειο της Σ. Αραβίας «ενάντια σε εκείνους που απειλούν την ασφάλειά του» και χαιρέτισε τη Βασιλική Αεράμυνα (!) για την αναχαίτιση πυραύλων που εκτοξεύτηκαν από το έδαφος της Υεμένης.

Ευρωδεξιά – ΔΗΣΥ υπέρ του εμπορίου όπλων ΕΕ – Σ. Αραβίας

Το Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για τη δολοφονία Κασόγκι περιλαμβάνει σαφή έκκληση προς τα κράτη – μέλη να συμφωνήσουν σε επιβολή εμπάργκο όπλων στη Σ. Αραβία. Αυτή τη φορά -μέσα στο κλίμα των ημερών- το δεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα δεν αποτόλμησε να εναντιωθεί στο αίτημα. Μόνο οι Βρετανοί Συντηρητικοί τήρησαν μια εύγλωττη αποχή.

Εντούτοις, εδώ και χρόνια -μέχρι και τις αρχές αυτού του μήνα!- το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και μαζί του ο ευρωβουλευτής του ΔΗΣΥ καταψήφιζαν σθεναρά και προκλητικά τις τροπολογίες για επιβολή εμπάργκο όπλων στη Σ. Αραβία. Στα Ψηφίσματα της 4ης Οκτωβρίου 2018, 30 Νοεμβρίου 2017, 15 Ιουνίου 2017, 25 Φεβρουαρίου 2016 και 9 Ιουλίου 2015 σχετικά με την κατάσταση στην Υεμένη το ΕΛΚ (και από τους Κύπριους ευρωβουλευτές μόνο ο ΔΗΣΥ και σε μία περίπτωση και η Ελ. Θεοχάρους της Αλληλεγγύης) καταψήφισαν τις σχετικές τροπολογίες.

Πρόκειται για μια στάση που αξίζει επισήμανσης, αφού ως γνωστό η πώληση όπλων στη Σ Αραβία παραβιάζει τόσο τη Συνθήκη του ΟΗΕ για το Εμπόριο Όπλων όσο και την Κοινή Θέση της ΕΕ σχετικά με τον έλεγχο των εξαγωγών όπλων (2008/944/ΚΕΠΠΑ), η οποία αποκλείει ρητώς τη χορήγηση αδειών για εξαγωγές όπλων από κράτη – μέλη «αν υπάρχει σαφής κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί για τη διάπραξη σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και για την υπονόμευση της περιφερειακής ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας». Θέσεις που αποδεικνύονται λόγια του αέρα δηλαδή για την ΕΕ και τους ακραιφνείς ευρωπαϊστές του ΔΗΣΥ και του ΕΛΚ.