Των Κάλιας Ανδρέου και Άννας Μισιαούλη

Αναστέλλουν επ’ αόριστον τις εργασίες τους η πλατφόρμα εθελοντών του Κέντρου Υποδοχής και Φιλοξενίας Αιτητών Πολιτικού Ασύλου στην Κοφίνου, “Kofinou We Care”, όπως και το Σχολείο της Κυριακής λόγω της επικίνδυνης μόλυνσης του αέρα, γεγονός που φαίνεται να προκαλείται από δύο εγκαταστάσεις επεξεργασίας ζωικών υποπροϊόντων και την εγκατάσταση αποτέφρωσης ζωικών αποβλήτων που χωροθετούνται πλησίον του Κέντρου Υποδοχής και Φιλοξενίας Αιτητών Διεθνούς Προστασίας (ΚΥΦΑΔΠ) της Κοφίνου.

Τη λειτουργία του τερμάτισε και ο Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός από τον περασμένο Αύγουστο και σύμφωνα με πληροφορίες δεν θα επαναδραστηριοποιηθεί στο Κέντρο, εάν δεν λάβει επίσημη πληροφόρηση από το κράτος ότι το περιβάλλον είναι ασφαλές για την υγεία των στελεχών του.

Πάντως όλες οι αρμόδιες Υπηρεσίες, μετά και τη μελέτη του ΤΕΠΑΚ, συνηγορούν και κατανοούν την ανησυχία. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Ιατρικές Υπηρεσίες ζητούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες (όποιες κι αν είναι αυτές…) να ενεργήσουν άμεσα!

Η δυσοσμία φαίνεται να αποδίδεται στις εν λόγω εγκαταστάσεις μετά και τη μελέτη που έγινε για λογαριασμό της Υπηρεσίας Ασύλου, από το ΤΕΠΑΚ. Η μελέτη διερεύνησε την προέλευση της δυσάρεστης οσμής, με τελικά συμπεράσματα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη τοξικών ή/ και δύσοσμων ενώσεων ανθρωπογενούς (κυρίως βιομηχανικής) προελεύσεως. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μελέτη του ΤΕΠΑΚ περιελάμβανε τη διεξαγωγή μετρήσεων προσδιορισμού της χημικής σύστασης και προέλευσης ανόργανων και οργανικών πτητικών ενώσεων στις εγκαταστάσεις του Κέντρου και σε παρακείμενες βιομηχανικές μονάδες επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων. Σημειώνεται ότι η διεύθυνση του ΚΥΦΑΔΠ ξεκίνησε ενέργειες για επίλυση του προβλήματος, με επιστολές, τηλεφωνήματα και αλλεπάλληλες επισκέψεις σε αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες και Αρχές, από τον Ιούνιο του 2018.

«Έχουμε δώσει μέσα σε τέσσερα χρόνια, πάνω από σαράντα νεφελοποιητές σε βρέφη, καθώς σχεδόν κάθε μωρό που γεννιέται παρουσιάζει αναπνευστικό πρόβλημα»

Όπως ανέφερε κατ’ επανάληψη η Νατάσα Γεωργίου, συντονίστρια της πλατφόρμας εθελοντών “Kofinou We Care”, η μελέτη του ΤΕΠΑΚ σημειώνει ότι η «παρουσία δυσοσμίας είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται για χρόνια, πολύ πριν την πρόκληση διαρροής στο σωλήνα λυμάτων και πριν την υπερχείλιση του φρεατίου. Επιπλέον τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης ενισχύουν την άποψη ότι οι εν λόγω αιτίες δεν αποτελούν την κύρια αιτία πρόκλησης δυσοσμίας στην περιοχή του ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου».

Επιπρόσθετα όπως σημειώνεται και σε υπόμνημα της πλατφόρμας εθελοντών “Kofinou We Care”, μετά την ανάγνωση της μελέτης και την αναφορά σε «πτητικές ενώσεις και ρυπογόνες ουσίες, κάποιες από τις οποίες είναι εξαιρετικά επικίνδυνες (καρκινογενείς), ανεξαρτήτως του βαθμού έκθεσης σε αυτές» συνέδεσαν αυτή την πληροφόρηση με «το γεγονός ότι είχαμε παρατηρήσει έντονα αναπνευστικά προβλήματα στα νεογέννητα». Η πλατφόρμα εθελοντών επισημαίνει στο υπόμνημά της ότι κατά τη διάρκεια της δραστηριοποίησής της στο κέντρο χρειάστηκε να παρέχουν πέραν των 30 νεφελοποιητών, δηλαδή σχεδόν ένα σε κάθε βρέφος που γεννήθηκε και διαμένει στο ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου.

Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας της έκθεσης από το ΤΕΠΑΚ, οι υπεύθυνοι του ΚΥΦΑΔΠ προχώρησαν στην επιδιόρθωση τόσο του σωλήνα μεταφοράς λυμάτων όσο και στην επιδιόρθωση του φρεατίου συλλογής λυμάτων, με τη δυσοσμία να μην έχει τερματιστεί μέχρι και σήμερα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι προβλήματα υγείας και κυρίως αναπνευστικού χαρακτήρα τα οποία και επιδεινώνονται, εκδηλώθηκαν στους διαμένοντες, στους επισκέπτες του χώρου αλλά και στους κατοίκους της περιοχής.

Όπως αναφέρει η κα Γεωργίου, «έχουμε δώσει μέσα σε τέσσερα χρόνια πάνω από σαράντα νεφελοποιητές σε βρέφη, καθώς σχεδόν κάθε μωρό που γεννιέται παρουσιάζει αναπνευστικό πρόβλημα». Επιπρόσθετα, οι επιπτώσεις στην υγεία, όπως αναφέρει, μετά από τη συγκεκριμένη μόλυνση του αέρα, προκαλούν ζαλάδες, ναυτία, διάρροια, ντελίριο, αναπνευστικά προβλήματα, προβλήματα ανάπτυξης, καρκίνο, μεταβολή της επινεφρίνης, καρδιολογικές, νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις, αλλαγές συμπεριφοράς, κρίσεις επιληψίας, οφθαλμολογικά προβλήματα κ.ά. Και η εκπρόσωπος του Σχολείου της Κυριακής, Μαριάννα Παφίτη, εξέφρασε τις έντονες ανησυχίες της. Στο υπόμνημα που υπέβαλε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος, που συζήτησε το θέμα την περασμένη Τετάρτη, αναφέρεται στη συνεχιζόμενη κωλυσιεργία από πλευράς των αρμόδιων κυβερνητικών υπηρεσιών για εξεύρεση οριστικής λύσης ως προς τις «συνεχιζόμενες εκπομπές επικίνδυνων ενώσεων που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του αέρα», αλλά και τη «μεγάλη ανησυχία για τις επιπτώσεις των εκπομπών αυτών στην ανθρώπινη υγεία».

Τονίζεται ότι στο ΚΥΦΑΔΠ διαμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες και ευπαθείς ομάδες (γυναίκες, βρέφη, παιδιά, άτομα με προβλήματα υγείας), τα οποία έχουν ήδη βιώσει απειλητικές για την υγεία τους εμπειρίες.

Ελλείψεις σε δύο επίπεδα διαπιστώνει έρευνα από την Επίτροπο Διοικήσεως

Έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες φιλοξενίας και στήριξης στο Κέντρο Υποδοχής και Φιλοξενίας Αιτητών Διεθνούς Προστασίας στην Κοφίνου, διεξήγε και η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά από παράπονο που υπεβλήθη από την εταιρεία MGR Human Resources Ltd, προσωπικό της οποίας εργοδοτείται στις εγκαταστάσεις του Κέντρου, για τις ανάγκες του EASO Project. Η εν λόγω έρευνα ολοκληρώθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 2019.

«Η εταιρεία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα»

Η «Χαραυγή» επικοινώνησε και ζήτησε τη θέση της εταιρείας που διαχειρίζεται το εργοστάσιο επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων. Σε γραπτή δήλωσή του ο διευθυντής του εργοστασίου Sigan Management Ltd, Σόλων Καρασιαλής, αναφέρει ότι λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα. Λόγω του τεράστιου περιβαλλοντικού έργου που υλοποιείται για όλη την Κύπρο, τα εργοστάσια της Sigan Management Ltd στην Κοφίνου λειτουργούν επτά μέρες την εβδομάδα, αφού τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τον κανονισμό 1069/2009 (ΕΚ), για τον έλεγχο και τη διαχείριση των ζωικών υποπροϊόντων που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, για προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, σημειώνει ο κ. Καρασιαλής.

Υποστηρίζει ότι γι’ αυτούς τους λόγους όλες οι ανανεώσεις των αδειών των εργοστασίων γίνονται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους και ανώτερο διοικητικό στέλεχος της εταιρείας έχει μόνιμα την ευθύνη να επιλαμβάνεται αυτά τα θέματα. Συμπληρώνει ότι με αυτό τον τρόπο η Sigan Management Ltd λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα στα εργοστάσιά της, μέσα στα πλαίσια της κυπριακής νομοθεσίας και των οδηγιών των αρμόδιων τμημάτων του κράτους, για την ασφάλεια και υγεία του προσωπικού της και των περίοικων, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος και ότι βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία και πλήρη συνεργασία με τους αρμόδιους κρατικούς λειτουργούς και δέχεται τις νόμιμες επιθεωρήσεις, ώστε να επιλύονται πιθανά προβλήματα που προκύπτουν.

Ο κ. Καρασιαλής στη γραπτή δήλωσή του εκφράζει τη θέση ότι τα εργοστάσια της Sigan στην Κοφίνου λειτουργούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και των Αρχών του HACCP στην Ατομική Υγιεινή και Ορθή Βιομηχανική Πρακτική κατά τη Διαχείριση, Μεταποίηση, Επεξεργασία Ζωικών Υποπροϊόντων. Η εταιρεία είναι θυγατρική της Galatariotis Brothers Group of Companies. Aπό το 2006 η Sigan Management Ltd είναι η μόνη πλήρως αδειοδοτημένη εταιρεία στην Κύπρο για την παγκύπρια περισυλλογή και διαχείριση ζωικών υποπροϊόντων κατηγορίας 1, 2 και 3, από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, το Τμήμα Αλιείας, το Τμήμα Τελωνείων, τις Τοπικές Αρχές των επαρχιών Λευκωσίας και Λάρνακας, κτηνιατρικές κλινικές, καταφύγια ζώων και άλλους φορείς, καταλήγει.

Στην έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως έχουν εντοπιστεί ελλείψεις σε δύο επίπεδα:

– Παροχής επαρκούς ιατρικής φροντίδας και στήριξης των διαμενόντων και κυρίως των ευάλωτων.

– Επαρκούς συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση της Επιτρόπου, το προσωπικό που εργοδοτείται από την εν λόγω εταιρεία, ισχυρίζεται ότι από τη λειτουργία των παρακείμενων βιομηχανικών μονάδων και ειδικότερα από την καύση των ζωικών αποβλήτων, καθημερινά στην περιοχή υπάρχει κατά τις πρωινές ώρες και καθ’ όλο το βράδυ, έντονη δυσοσμία η οποία επηρεάζει δυσμενώς τις ανέσεις και την υγεία τόσο των εργαζομένων όσο και των διαμενόντων στο ΚΥΦΑΔΠ.

Στην έκθεση της Επιτρόπου γίνεται αναφορά και στα ευρήματα της μελέτης του ΤΕΠΑΚ, ενώ προστίθεται ότι λόγω του ειδικού χαρακτήρα των συγκεκριμένων επικίνδυνων ουσιών, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΤΕΕ) δεν διαθέτει κατάλληλο εξοπλισμό ώστε να μπορεί να προβεί σε εξειδικευμένες μετρήσεις τέτοιων ουσιών. Συνεπώς, το ΤΕΕ δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ή να μπορεί να καθορίσει την επικινδυνότητα ή τις επιπτώσεις των πιο πάνω ουσιών στην ανθρώπινη υγεία, ενώ υποδεικνύει ότι οι επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων της περιοχής πρέπει να τύχουν περαιτέρω διερεύνησης από το αρμόδιο Υπουργείο, που είναι το Υπουργείο Υγείας.

«Θα πρέπει οι αρμόδιες Υπηρεσίες  να ενεργήσουν άμεσα»

«Θα πρέπει οι αρμόδιες Υπηρεσίες να ενεργήσουν άμεσα», υπογραμμίζουν σε επιστολή τους, ημερομηνίας 20 Αυγούστου 2019, οι Ιατρικές Υπηρεσίες, με βάση τα συμπεράσματα της μελέτης που διενεργήθηκε από το ΤΕΠΑΚ, επειδή παρατηρήθηκε αυξημένη μέση συγκέντρωση των πτητικών οργανικών ενώσεων (TOC), η οποία «είναι δυνατό να ξεπερνά τα όρια ανίχνευσής τους από την ανθρώπινη μύτη με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία».

Μάλιστα σημειώνει ότι οι συγκεντρώσεις «όλων των πτητικών οργανικών ενώσεων που ανιχνεύθηκαν στα σημεία δειγματοληψίας εντός και πέριξ της περιφραγμένης περιοχής του ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου, εντάσσονται στην περιοχή των high ppt έως mid-ppb». Προσθέτει ότι η διασπορά των ενώσεων ευνοείται όταν η κατεύθυνση των ανέμων της περιοχής είναι νοτιοανατολική, κάτι το οποίο ισχύει συνήθως κατά τις βραδινές και πρώτες πρωινές ώρες και ότι το αίσθημα της δυσάρεστης οσμής φαίνεται επίσης να επιδεινώνεται στην παρουσία αυξημένης σχετικής υγρασίας στην ατμόσφαιρα, καθώς και αυξημένων συγκεντρώσεων στερεών αιωρούμενων σωματιδίων (σκόνης).

«Σημαντικά υποβαθμισμένο»  το περιβάλλον

«Σημαντικά υποβαθμισμένο» χαρακτηρίζει το περιβάλλον διαμονής και εργασίας ο κ. Στέλιος Γιαννόπουλος, διευθυντής του Γενικού Χημείου του Κράτους σε επιστολή του προς τον διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου.

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι μετά από επιτόπια επίσκεψη διαμορφώθηκε η άποψη πως ανεξάρτητα από την επικινδυνότητα ή όχι των εκπεμπόμενων ουσιών, «αυτές λόγω της έντονης αποκρουστικής οσμής προκαλούν μεγάλου βαθμού οχληρία, τόσο για τους φιλοξενούμενους στο Κέντρο Υποδοχ ής, όσο και τους εργαζομένους σε αυτό, με αποτέλεσμα το περιβάλλον διαμονής και εργασίας να είναι σημαντικά υποβαθμισμένο».

«Το θέμα θα πρέπει να επιλυθεί άμεσα», καταλήγει στην επιστολή του ο κ. Γιαννόπουλος.

Τα συμπεράσματα της μελέτης του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου

Το ΤΕΠΑΚ διεξήγαγε μελέτη διάρκειας περίπου ενός μήνα, ώστε μέσα από τις μετρήσεις να προσδιοριστεί η προέλευση ανόργανων και οργανικών πτητικών ενώσεων στις εγκαταστάσεις του ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου, αλλά και σε παρακείμενες βιομηχανικές μονάδες επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων.

Σημειώνεται ότι οι μετρήσεις έγιναν εντός των χώρων του ΚΥΦΑΔΠ, σε πέντε σημεία, ενώ έγιναν επίσης μετρήσεις στον εξωτερικό χώρο βιομηχανικών μονάδων περιοχής και σε τρία σημεία πέριξ του περιφραγμένου χώρου του ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενώσεις που έχουν ταυτοποιηθεί μετά και τη μελέτη του ΤΕΠΑΚ εντάσσονται στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:

(α) Μη τοξικές/βλαβερές ενώσεις φυσικής προελεύσεως όπως είναι συνήθως οι εστέρες, οι πλείστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες, πολλοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, τα οξέα και οι αλδεΰδες/κετόνες. Οι ενώσεις αυτές προέρχονται, στις περισσότερες περιπτώσεις, από φυσικές εκπομπές των δέντρων/φυτών ή και από άλλες φυσικές (π.χ. βακτηριακές ζυμώσεις) δραστηριότητες.

(β) Άοσμες ενώσεις (ή με ευχάριστη οσμή) ανθρωπογενούς προελεύσεως (οικιακή, αγροβιοτεχνική, βιομηχανική), όπως π.χ. ορισμένες αλογονούχες και νιτρο-ενώσεις, ορισμένες αρωματικές (π.χ. φθαλικές ενώσεις).

(γ) Τοξικές ή/και δύσοσμες ενώσεις ανθρωπογενούς (κυρίως βιομηχανικής) προελεύσεως, όπως π.χ. θειούχες ενώσεις, ορισμένες ορμόνες και τα παράγωγά τους, καθώς και ορισμένοι αρωματικοί υδρογονάνθρακες.

Τα συμπεράσματα που εξάγονται από την όλη μελέτη που έχει διεξαχθεί συνοψίζονται ως ακολούθως:

  • Για την περίοδο που πραγματοποιήθηκαν οι μετρήσεις, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε αυξημένη μέση συγκέντρωση των ρύπων NH3, SO2, H2S και ΝΟ2, η οποία να ξεπερνά τα ανώτατα επιτρεπτά όρια.
  • Για την περίοδο που πραγματοποιήθηκαν οι μετρήσεις, παρατηρήθηκε σχετικά αυξημένη μέση συγκέντρωση των TVOCs, η οποία είναι δυνατό να ξεπερνά τα όρια ανίχνευσής τους από την ανθρώπινη μύτη.
  • Οι συγκεντρώσεις όλων των πτητικών οργανικών ενώσεων που ανιχνεύθηκαν στα σημεία δειγματοληψίας εντός και πέριξ της περιφραγμένης περιοχής του ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου, εντάσσονται στην περιοχή των high ppt έως mid-ppb. Δηλαδή, όπως εξηγούν οι χημικοί, συγκέντρωση σωματιδίων οργανικών πτητικών ουσιών σε υψηλό ποσοστό.
  • Κατά την περίοδο που δεν υπήρξε αισθητή δυσοσμία στους χώρους του ΚΥΦΑΔΠ, δεν βρέθηκαν σημαντικές συγκεντρώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή/και δύσοσμων οργανικών ενώσεων σε οποιοδήποτε από τα σημεία που μελετήθηκαν.
  • Κατά την περίοδο που παρατηρήθηκε αισθητή δυσοσμία στους χώρους του ΚΥΦΑΔΠ, ανιχνεύθηκαν σημαντικές συγκεντρώσεις πτητικών οργανικών ενώσεων που κατατάσσονται ως επικίνδυνες ή/και δύσοσμες, τόσο εντός του περιφραγμένου χώρου του ΚΥΦΑΔΠ, όσο και πλησίον των εργοστασίων επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων που βρίσκονται στην περιοχή.
  • Το αίσθημα δυσοσμίας στην περιοχή του ΚΥΦΑΔΠ φαίνεται να οφείλεται σε συγκεκριμένες ενώσεις ζωικής προέλευσης, οι οποίες πιθανότατα προέρχονται από τις διεργασίες επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων που πραγματοποιούνται στην περιοχή από τα σχετικά εργοστάσια. Το αίσθημα της δυσάρεστης οσμής φαίνεται επίσης να επιδεινώνεται στην παρουσία αυξημένης σχετικής υγρασίας στην ατμόσφαιρα, καθώς και αυξημένων συγκεντρώσεων στερεών αιωρούμενων σωματιδίων (σκόνης).
  • Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης έχει αποδειχτεί ότι η σκόνη (στερεά αιωρούμενα σωματίδια) μπορούν να καταστούν φορέας διάδοσης και επιδείνωσης της οσμής σε σημεία που βρίσκονται ακόμα και μακριά από τις πηγές εκπομπής των δύσοσμων ενώσεων.
  • Επιπλέον, η συνύπαρξη δύσοσμων ενώσεων (κατηγορίας γ) με άλλες ενώσεις, που από μόνες τους δεν αποτελούν πρόβλημα (π.χ. 1-Nonadecanol, Decane, 2,4 dimethyl), είναι δυνατό να ευνοεί την ανίχνευση της δυσάρεστης οσμής από τον άνθρωπο, λόγω αύξησης της ευαισθησίας της μύτης.
  • Πέρα από τα εργοστάσια επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων, που φαίνεται να αποτελούν την κύρια πηγή παραγωγής δύσοσμων ενώσεων στην περιοχή, θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες (από τους αρμόδιους φορείς) για την επίλυση των δύο ακόλουθων θεμάτων τα οποία πιθανόν να συνεισφέρουν, σε μικρό βαθμό, στη γενικότερη ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα στην περιοχή του ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου:

➤ Επιδιόρθωση του σωλήνα μεταφοράς επεξεργασμένου απόβλητου, ο οποίος διέρχεται από τα όρια του περιφραγμένου χώρου του ΚΥΦΑΔΠ και ο οποίος υπέστη βλάβη με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρροή σημαντικής ποσότητα επεξεργασμένου λύματος στα παρακείμενα τεμάχια.

➤ Παράλληλα όμως θα πρέπει να διερευνηθεί τόσο η προέλευση, όσο και η κατάληξη του αγωγού αυτού και να διαπιστωθεί (από την αρμόδια Αρχή) κατά πόσον η μεταφορά και πιθανό η χρήση του εν λόγω λύματος συνάδει με τις διεθνείς πρακτικές και τη σχετική νομοθεσία.

Σε διευκρινίσεις που παρείχε το ΤΕΠΑΚ, αναφέρει ότι για αρκετές από τις πτητικές οργανικές ενώσεις που ανιχνεύθηκαν στο ΚΥΦΑΔΠ Κοφίνου όχι μόνο δεν έχει καθοριστεί ανώτατο επιτρεπτό όριο, αλλά και οι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες γι’ αυτές στη βιβλιογραφία είναι σχετικά περιορισμένες.

Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για τις εν λόγω ενώσεις είναι ότι αυτές προέρχονται από επεξεργασία ζωικής ύλης.

Ταυτόχρονα, διασαφηνίζει ότι η εργασία που εκπονήθηκε από το ΤΕΠΑΚ δεν περιελάμβανε επιδημιολογική μελέτη, δηλαδή δεν εξέτασε τις επιπτώσεις που πιθανόν να έχει η καθεμία από τις ενώσεις που εντοπίστηκαν στην ανθρώπινη υγεία, κάτι το οποίο «θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο, λόγω του μεγάλου αριθμού των διαφορετικών χημικών ενώσεων που έχουν εντοπιστεί», αλλά και επειδή «μια επιδημιολογική μελέτη, για μια μόνο χημική ένωση, απαιτεί αρκετό χρόνο (συνήθως 2-3 χρόνια) εργαστηριακών και άλλων δοκιμών».

Με αυτά τα δεδομένα υπογραμμίζεται ότι «καθίσταται απαραίτητη η περαιτέρω διερεύνηση του προβλήματος της όχλησης/κακοσμίας από τις αρμόδιες Αρχές, ώστε να περιοριστούν οι αέριες εκπομπές των εν λόγω βιομηχανιών στον ελάχιστο δυνατό βαθμό».