Σημεία κοινού/ Ορίζοντας

 «Τρεις σκάλες Ιστορία», μια κριτική

Το μυθιστόρημα «Τρεις σκάλες Ιστορία» του Σταύρου Χριστοδούλου (Εκδόσεις Καστανιώτη 2020) είναι ένα από τα λογοτεχνικά έργα της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που αδιαμφισβήτητα ξεχωρίζει και επιβάλλεται να διαβαστεί. Σε γενικές γραμμές ένα λογοτεχνικό έργο προσφέρει διάφορους τρόπους ανάγνωσης αλλά και κριτικής. Ως επί τω πλείστον, η σύγχρονη ελληνοκυπριακή λογοτεχνία καταπιάνεται και πώς αλλιώς; με το κυπριακό ζήτημα. Αυτό συμβαίνει και στο συγκεκριμένο ιστορικό μυθιστόρημα. Το κυπριακό ζήτημα όμως αποτελείται από διάφορα ιστορικά γεγονότα και είναι πολυδιάστατο ειδικά όταν συνοδεύεται από την ιστορία και το προσωπικό βίωμα. Με αφορμή το έργο του κ. Χριστοδούλου θεματοποιείται στην παρούσα κριτική ένα καίριο και σημαντικό ζήτημα που αφορά τόσο την κυπριακή ιστοριογραφία όσο και τη λογοτεχνική της αποτύπωση.

Στο «Τρεις σκάλες Ιστορία» ο συγγραφές φαίνεται ν’ αναδεικνύει το ιστορικό συμβάν της τουρκικής εισβολής με διάφορους δραματικούς εκφραστικούς μηχανισμούς. Η ιδιότητα των μηχανισμών αυτών πηγάζει από το βίωμα του συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος το οποίο εκτίθεται ως ένα εξωτερικευμένο τραύμα και όχι ως μια εγγενής ιστορική πληγή στην ιστορία της Κύπρου. Η διατήρηση της κατασκευής της τουρκικής εισβολής ως ενός εξωγενούς γεγονότος γίνεται το μεγαλύτερο εμπόδιο στη συγκρότηση μιας συλλογικής ιστοριογραφίας. Μαζί με αυτό το εμπόδιο βυθίζεται με τον πιο εύκολο τρόπο και το τουρκοκυπριακό στοιχείο, το οποίο με δυσκολία χωράει στην ιστορία των Ελληνοκυπρίων. Το τουρκοκυπριακό στοιχείο δεν αποκόπτεται απλά από το συγκεκριμένο έργο του κ. Χριστοδούλου ως μια ειδική πτυχή της αλλά προϋποτίθεται από την ιστορικομυθιστοριογραφική απόπειρα του συγγραφέα να σφετεριστεί την έννοια της τραγωδίας αλλά και της κάθαρσης. Εδώ συντελείται μια ιστορική αυτοαναφορικότητα, η οποία προϋποθέτει πως η ιστορική παρουσία των Τουρκοκυπρίων μπορεί να εκτοπίζεται σαν εξωγενές στοιχείο, σαν από πάντα έτοιμη για τον ιστορικό εξορισμό.

Η γραφή βρίθει από συναισθηματικές παρορμήσεις και τεχνάσματα τα οποία ενίοτε αγγίζουν τα όρια της απλοποιημένης συναισθηματικότητας. Οι μελοδραματικές εκφραστικές κορώνες οι οποίες στολίζουν την εγκληματική τούρκικη εισβολή επικαλύπτουν παράλληλα την αληθινή παρουσία του τραύματος και της ιστορικά εσωτερικευμένης του ιδιότητας. Το ότι το τραύμα παρουσιάζεται ως ένα εξωγενές «τραγικό» γεγονός αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες οι οποίοι αγνοούνται από τους κριτικούς της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας. Με άλλα λόγια, η τουρκική εισβολή λειτουργεί ως ο κεντρικός άξονας, ή ένας μαγνητικός πόλος καλύτερα, μιας επι τω πλείστον λογοτεχνικής παραγωγής η οποία πηγάζει από ένα διαχρονικό εξωγενές ιστορικό φορτίο που πρέπει να ξεφορτωθούμε ως μίασμα. Αντιθέτως, το ιστορικό συμβάν του πραξικοπήματος για παράδειγμα, εντοπίζεται αμυδρά και κάποιες εξαιρέσεις πάντα στη σύγχρονη ελληνοκυπριακή λογοτεχνία, όπως και στο συγκεκριμένο έργο του κ. Χριστοδούλου, το οποίο αν και αναφέρεται σ’ αυτό, δεν αποπειράται καμιά προσπάθεια διείσδυσης στα σκοτεινά σημεία του συμβάντος ούτε στην ανάδειξη του συλλογικού ή προσωπικού πόνου που προξένησε. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι το ελληνικό πραξικόπημα από λογοτεχνική άποψη δεν παραμορφώνει στο ίδιο βαθμό, όσο παραμορφώνει η τουρκική εισβολή, την καθαρότητα του τραύματος. Μάλλον επειδή καταγράφεται ως ένα ενδογενές τραύμα στο οποίο αποτυπώνεται ο ίδιος ο συλλογικός ελληνοκυπριακός εαυτός.

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δομικό στοιχείο του βιβλίου έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ του συλλογικού τραύματος και του προσωπικού δράματος. Η προσπάθεια να πορευτούν οι χαρακτήρες ενός έργου μαζί με την ιστορία ενός τόπου συνιστά ένα από τα πιο απαιτητικά και προκλητικά προτάγματα ενός συγγραφέα. Ο κ. Χριστοδούλου έχει καταθέσει μια αξιοπρεπή λογοτεχνική προσπάθεια χωρίς όμως να αποδεσμεύεται από τη δημοσιογραφική της εκδοχή. Το αν εμπίπτει στη σφαίρα της λογοτεχνίας η δημοσιογραφική συγγραφή είναι ένα άλλο ζήτημα και δε θ’ αναλυθεί εδώ. Ωστόσο, γεγονός είναι ότι δύσκολα εντοπίζεται κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία στον τρόπο γραφής, ενώ σπανίζουν οι λογοτεχνικά δημιουργικές εξάρσεις, με εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις.

Όσον αφορά το περιεχόμενο του έργου χωρίς να επικεντρωθεί η παρούσα κριτική στην καθ’ αυτή ιστορία, χρήζει κάποιας κριτικής ανάλυσης. Τα ερωτήματα που προκύπτουν διαβάζοντας το βιβλίο είναι αλήθεια ότι δεν είναι πολλά. Ο συγγραφέας τοποθετεί τον αφηγητή στο θεωρείο ενός λογοτεχνικού Πανοπτικού. Σε μια τέτοια θέση αναγκαστικά τοποθετείται και ο αναγνώστης ως δορυφόρος του αφηγητή. Κατά συνέπεια, δεν παραχωρείται στον αναγνώστη καμιά δυνατότητα ερμηνείας όσων διαβάζει. Ο αναγνώστης βρίσκεται συνεπώς εγκλωβισμένος μέσα στο έργο – κάτι που προκαλεί κάποιες φορές την αφηγηματική φλυαρία εκ μέρους του συγγραφέα και μερικές φορές την ακαμψία του λόγου στις εναλλαγές της ιστορίας. Ο αναγνώστης περιφέρεται με ασφάλεια τριγύρω γνωρίζοντας ότι το μυστήριο της προσωπικής παρουσίας στο έργο είναι απόν.

Χωρίς να υπάρχει λόγος να καταταχθεί αναγκαστικά το έργο σ’ ένα λογοτεχνικό είδος, το «Τρεις σκάλες Ιστορία» αν και πολιτικά φορτισμένο και ιστορικά εμποτισμένο φαίνεται ν’ ανήκει στον κλειστό κόσμο της ιστορικής αυτοαναφορικότητας. Για παράδειγμα, όταν ο άξονας του έργου συγκροτείται από μια «προσωπική ενηλικίωση» της ηρωίδας, ο κ. Χριστοδούλου απλά φαίνεται να βγάζει το δέρμα από το κορμί παραλείποντας στη συνέχεια το κορμί και χρησιμοποιώντας μόνο το δέρμα ως πρώτη ύλη του εγχειρήματος. Το «Εκαταφέρετέ τα», της προοδευτικής ακόμα Μυρούλας με το άκουσμα του πραξικοπήματος στο ραδιόφωνο, αποκαλύπτει τις ίσες αποστάσεις μιας μάλλον εσωτερικής ιστορικής φωνής που κουβαλά ο συγγραφέας. Αυτό όμως που φέρεται να έχει ιδιαίτερη σημασία έγκειται στην παρατυπία του συγγραφέα αναφορικά με τη λύτρωση της ηρωίδας και την κάθαρση που επιβάλλει. Η παρατυπία έγκειται στο γεγονός ότι η κάθαρση έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και προσδιορίζεται αισθητικά με συγκεκριμένους κανόνες. Σ’ αυτή τη περίπτωση ο συγγραφέας αναφέρεται στην κάθαρση ως εξής: «Τόση αγωνία τόσος πόνος και τόσες αγρύπνιες… Προς τι, αλήθεια;» Για να είμαστε λοιπόν συνεπείς ως προς την αισθητική θεωρία η κάθαρση δεν είναι ένα απλά «Προς τι;» ούτε έχει τη λυτρωτική έννοια της «απολύμανσης». Φιλοσοφικά μιλώντας και χωρίς κάποια διεξοδική ανάλυση περί κάθαρσης, η κάθαρση είναι μια είδους ευφροσύνης, είναι δηλαδή αδιάσπαστο μέρος της τραγωδίας. Με την κάθαρση δεν ακυρώνεται η τραγωδία μάλλον συντελείται. Εδώ ο συγγραφέας τοποθετεί μάλλον συγκεχυμένα την κάθαρση με την ιατρική έννοια της αποβολής των επιβλαβών ουσιών και τη λύτρωση από αυτές ως ένα εξωγενές τραύμα ή μίασμα. Λογοτεχνικά και αισθητικά τουλάχιστον όμως, η τουρκική εισβολή, νοούμενη ως εξωγενές τραύμα, καθώς και τα επακόλουθα της, δεν μπορούν να θεωρούνται «τραγικά» γεγονότα αλλά αποτελέσματα καθαρά πολιτικών διαδικασιών. Οι εκφράσεις του τύπου «τραγικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής» ή «η τραγωδία του 1974», είναι εκφράσεις καθαρά δημοσιογραφικής κοπής, και συνιστούν λιγότερο αυθεντική λογοτεχνική δημιουργία γύρω και περισσότερο κενή περιεχομένου αυτοαναφορική τοποθέτηση. Η «τραγωδία» η οποία συντελείται στο έργο του κ. Χριστοδούλου ακυρώνει με ξεκάθαρο τρόπο την ίδια την έννοια της τραγωδίας, καθώς ο συγγραφέας αρνείται να ψηλαφήσει την εσωτερικευμένη ιστορική πληγή και την επιτέλεση της κάθαρσης ως εγγενές στοιχείο του τραγικού.

Τέλος, ο στίχος του Λειβαδίτη ο οποίος χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα και προηγείται του παράτυπου ορισμού της τραγωδίας και της κάθαρσης τοποθετεί τη διδακτική κατάληξή του σε ακόμα πιο αμφισβητούμενη θέση. Ο Λειβαδίτης γράφει: «Ο,τι ζήσαμε χάνεται, γκρεμίζεται μέσα στον σάπιο οισοφάγου του χρόνου». Αυτό σίγουρα δεν μπορεί να ταυτίζεται με την τοποθέτηση του συγγραφέα: «Τόση αγωνία τόσος πόνος και τόσες αγρύπνιες… Προς τι, αλήθεια;».

Αναστάσης Πισσούριος

 

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.