Γιώργος Μολέσκη

Κάθε Ιούλιο επιστρέφω

Εκδόσεις Βακχικόν, 2019

 

[…] «Ξύπνα, ήρταν οι Τούρτζοι. Φωνάζουν σας να πάτε στον στρατόν».

Ήταν η μάνα μου. Στεκόταν πάνω από το κρεβάτι και μου μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.

Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω ποιοι μας φώναζαν. Από τα μεγάφωνα που ήταν στερεωμένα πάνω στα αυτοκίνητα των πραξικοπηματιών και αναμετέδιδαν το πρόγραμμα του ραδιοφώνου, ακούγονταν εμβατήρια, τα οποία διακόπτονται για να μεταδοθεί το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν, πως η Τουρκία, απροειδοποίητα και άνανδρα είχε επιτεθεί στην Κύπρο και πως «αι ημέτεραι δυνάμεις» αντιμετώπιζαν με επιτυχία την όλη κατάσταση. Οι έφεδροι καλούνταν να παρουσιαστούν αμέσως για κατάταξη στις μονάδες τους στην Εθνική Φρουρά.

Σηκώθηκα και ντύθηκα βιαστικά. Το χωριό βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση. Σε τακτά διαστήματα το ραδιόφωνο έκλεινε και ακούγονταν οι διαταγές των δικών μας οπλοφόρων, που απευθύνονταν προς όλους τους έφεδρους του χωριού και τους καλούσαν να παρουσιαστούν αμέσως στην κεντρική πλατεία για να μεταφερθούν στον χώρο κατάταξής τους.

Η μητέρα μου έβαλε μέσα σε μια τσάντα ψωμί, ελιές, χαλούμι κι ένα πλαστικό παγούρι με νερό. Ο πατέρας μου φώναζε ανάστατος και καταριόταν τους υπαίτιους του κακού που βρήκε τον τόπο, ενώ η μικρή μου αδελφή, που ήταν η μόνη που ζούσε μαζί μας, έκλαιγε για μένα, για τον άλλο μας αδελφό και για τον αρραβωνιαστικό της, που υπηρετούσαν τη θητεία τους στον στρατό.

Βγαίνοντας στον δρόμο, είδα διάφορους χωριανούς να τρέχουν προς την κεντρική πλατεία και από πίσω να τους ακολουθούν οι δικοί τους με κλάματα και κατάρες. Κρατώντας την τσάντα με το ψωμί και το νερό που μου ετοίμασε η μητέρα μου κατευθύνθηκα προς την πλατεία. Από πίσω με ακολουθούσαν ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή μου για να με αποχαιρετήσουν.

Στην πλατεία του χωριού βρίσκονταν ήδη πέντε φορτηγά αυτοκίνητα, επιστρατευμένα για τη μεταφορά των εφέδρων στον χώρο κατάταξής τους. Γύρω τους έστεκαν αυστηροί και αγέλαστοι, με ύφος αρχηγικό, οι ίδιοι οπλοφόροι της ΕΟΚΑ Β, αυτοί που γύριζαν τις προηγούμενες μέρες και φοβέριζαν το χωριό. Φώναζαν στους εφέδρους που έρχονταν να ανεβούν γρήγορα στα φορτηγά. Γύρω στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος πολύς που είχε έρθει ν’ αποχαιρετήσει δικούς και ξένους. Ακούγονταν φωνές, κλάματα, αποχαιρετισμοί, νουθεσίες, ευχές, κατάρες. Οι έφεδροι αποχαιρετούσαν τον κόσμο και ανέβαιναν στα φορτηγά. Αποχαιρέτησα κι εγώ τους δικούς μου και κάποιους συγγενείς που ήταν μαζεμένοι στην πλατεία και προχώρησα προς τα φορτηγά. Σε λίγο είχαν όλα γεμίσει με έφεδρους, όμως παρέμεναν ακίνητα, αναμένοντας ίσως κάποια διαταγή. Πέρασε περισσότερο από μια ώρα και τα φορτηγά παρέμεναν εκεί, με τους άντρες στριμωγμένους στις κάσες τους, ενώ ο κόσμος που είχε μαζευτεί για να μας αποχαιρετήσει, αυξανόταν διαρκώς. Τελικά δόθηκε η διαταγή και ξεκινήσαμε. Ο κόσμος μάς αποχαιρετούσε κουνώντας τα χέρια του, μας αποχαιρετούσαν και οι οπλοφόροι, οι οποίοι παρέμειναν στο χωριό για επιβάλουν την τάξη.

[…] Ήταν φανερό πως ο πόλεμος μαινόταν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ εμείς, άοπλοι κι απροετοίμαστοι, κατευθυνόμασταν προς κάποιο άγνωστό μας μέρος, για να καταταγούμε στον στρατό και να πάρουμε όπλα. Με αγωνία κοιτάζαμε στον ουρανό, περιμένοντας να δούμε τα ελληνικά αεροπλάνα να έρχονται και να διώχνουν τα τουρκικά. Όμως αυτά αργούσαν και η αίσθηση της απελπισίας και της εγκατάλειψης μεγάλωνε μέσα μας.

Σε κάποια στιγμή μάς εντόπισαν τα τουρκικά αεροπλάνα κι ένας σχηματισμός με έξι από αυτά πέταξαν χαμηλά από πάνω μας κι έφυγαν προς τη μεριά του Πενταδακτύλου. Σε λίγο επέστρεψαν. Πετούσαν χαμηλά, σε σχηματισμούς ανά δύο. Ξαφνικά μπήκαν σε φάλαγγα, το ένα πίσω από το άλλο, περνούσαν από πάνω από τα φορτηγά, έκαναν στροφή αριστερά κι έφευγαν αφήνοντας πίσω τους έναν τρομαχτικό ήχο. Ξαφνικά, το τελευταίο από αυτά χαμήλωσε περισσότερο κι έριξε με το πολυβόλο του μια ριπή πάνω στα αυτοκίνητα. Στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκεσε αυτό, οι έφεδροι που βρισκόμασταν στο τελευταίο φορτηγό ακούσαμε σφαίρες να χτυπούν πάνω στην άσφαλτο και να την κόβουν κομμάτια και είδαμε να θερίζουν τους χαμηλούς θάμνους που βρίσκονταν μέσα στα χωράφια. Κάποιες από τις σφαίρες χτύπησαν ένα από τα φορτηγά. Ο θόρυβος των αεροπλάνων και ο κρότος που έκαναν οι σφαίρες χτυπώντας πάνω στο μέταλλο του αυτοκινήτου, έφεραν ταραχή και αναστάτωση σε όλους. Ήμασταν εντελώς απροστάτευτοι.

Τα φορτηγά έκαναν κάποιους ελιγμούς και σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου. Πηδήξαμε έξω από αυτά και αναζητήσαμε καταφύγιο μέσα στα χαντάκια που βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Φοβόμασταν μήπως τα αεροπλάνα επιστρέψουν, αφού πια είχαμε γίνει στόχος. Σε λίγο είδαμε τους επιβάτες του πρώτου φορτηγού να κατευθύνονται μέσα από τα χωράφια σ’ ένα χωριό που βρισκόταν στα δεξιά, ένα ή δυο χιλιόμετρο πιο μέσα από τον αυτοκινητόδρομο. Κάποιος φώναξε πως ήταν διαταγή να πάμε όλοι προς τα εκεί.

Περνώντας δίπλα από το φορτηγό που προπορευόταν του δικού μας, είδα κάποιον να προσπαθεί να κατεβεί από την κάσα του αυτοκινήτου. Τον πλησίασα. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι του συνέβαινε, είδα το πουκάμισό του μπροστά ματωμένο. Ήταν τρομαγμένος και πονούσε. Ένας άλλος έφεδρος πλησίασε. Τον κατεβάσαμε όσο πιο προσεκτικά μπορούσαμε και τον ξαπλώσαμε πάνω στην άσφαλτο. Είχε τις αισθήσεις του και βογκούσε από τον πόνο και την ταραχή του. Αιμορραγούσε, όμως δεν ξέραμε από ποιο μέρος του σώματός του και δεν είχαμε ούτε επίδεσμο ούτε άλλον τρόπο να τον βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάει αμέσως σε νοσοκομείο αλλά πώς; Στεκόμασταν και κοιτάζαμε αμήχανοι τον δρόμο. Ο πληγωμένος είχε αρχίσει να χάνει σιγά σιγά τις αισθήσεις του. Του μιλούσαμε, προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, αλλά ήμασταν και οι ίδιοι σε απόγνωση…

(απόσπασμα)

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.