Στιγμές και πρόσωπα του κυπριακού θεάτρου

Κωμικό και τραγικό δένουν σε μια ολοκλήρωση και αρτιότητα του θεατρικού παιγνιδιού

Ο Κύριος Αμιλκάρ του Υβ Ζαμιάκ (ΘΟΚ 2005)

Γλυκόπικρη γεύση αφήνει στους θεατές η παράσταση του έργου «Ο Κύριος Αμιλκάρ»  του Υβ Ζαμιάκ στη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ. Μια κωμωδία για τον κατακερματισμένο κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου στην οποία ο ήρωας προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια – αναμνήσεις μιας παρελθούσας καταστροφής και να φτιάξει βελτιωμένα υποκατάστατα των δικών του ανθρώπων που τον πρόδωσαν και απογοήτευσαν βαθιά. Ίσως μέχρι θανάτου. Η κωμωδία του σύγχρονου Γάλλου συγγραφέα έχει πολλά χαρίσματα: Ζωντανή γλώσσα, γρήγορες εναλλαγές, χαρακτήρες τραγικοκωμικούς, στημένους γύρω από το καίριο θέμα της όλο και μεγαλύτερης  απομόνωσης και αποξένωσης του ανθρώπου στο σημερινό κόσμο. Μπορεί να οικοδομηθεί ξανά η καταρρακωμένη και κλονισμένη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους; Η ευτυχία που αυτή κομίζει στον άνθρωπο μπορεί άραγε να υπάρξει ως ψευδαίσθηση και μόνο; Μπορεί τελικά ο σημερινός άνθρωπος να αγοράσει ακόμη και την προσωπική του ευτυχία; Το εγχείρημα αυτό θα αποδειχθεί δύσκολο και εν πολλοίς αδύνατο; Τα ερωτήματα αυτά τίθενται ευφυώς και υπονομευτικά για τη μια ή την άλλη θέση, με πετυχημένους διάλογους και απρόσμενες ανατροπές. Και αφού ο αινιγματικός κύριος Αμιλκάρ προσκαλεί στο σπίτι του μια θεατρίνα, μια νεαρή τροτέζα και ένα άσημο ζωγράφο για να παριστάνουν επί πληρωμή τη γυναίκα, την κόρη και τον πιστό του φίλο, το θεατρικό παιχνίδι οικοδομείται γύρω από τις εισόδους και εξόδους από τους ρόλους τους, την κλιμάκωση και την κατάληξή του. Οι δυσκολίες αποδοχής του ρόλου που τους αναθέτει ο εργοδότης τους,  η επιβεβλημένη συμβίωση και οι τεχνητές σχέσεις μεταξύ τους γεννούν σωρεία κωμικών επεισοδίων και επιπλοκών. Οδηγούν ωστόσο σε μιαν άλλη αλήθεια, μια νέα κατάσταση, όπου οι ίδιοι αποποιούνται τους ρόλους τους και εκθέτουν την ανθρώπινη υπόστασή τους. Θα μπορέσει όμως ο πληγωμένος ήρωας να αποδεχτεί τα νέα δώρα της ζωής;

Ο σκηνοθέτης Χρίστος Ζάνος υπήρξε πολύ ευρηματικός στο στήσιμο των σκηνών, το διαχωρισμό τους, στον καθορισμό ενός ρυθμού υποβλητικού. Μαζί με την επίλεκτη ομάδα ηθοποιών του ΘΟΚ εκτίμησαν σωστά τα χαρίσματα του έργου. Τα επεξεργάστηκαν και τα ανέδειξαν σε μια κωμωδία με ατμόσφαιρα και σφρίγος, μέσα από μια ισορροπία λεπτεπίλεπτων ανατροπών και τελικά στην αναπάντεχη τραγική κορύφωση. Ειδικής αναφοράς χρήζει η άνεση με την οποία κινήθηκαν στο σύνολό τους οι ηθοποιοί μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος με τα αρκετά επισφαλή, κινούμενα όριά τους. Κωμικό και τραγικό δένουν σε μια ολοκλήρωση και αρτιότητα του θεατρικού παιγνιδιού.

Ο πρωταγωνιστής του έργου Σταύρος Λούρας αποπνέει τη μυστικοπάθεια και τραγική αύρα του κυρίου Αμιλκάρ, όντας πολύ πειστικός στο ρόλο του αινιγματικού,  απογοητευμένου και δύσπιστου ήρωά του που έντεχνα κινεί τα νήματα μέχρι την ώρα που και ο ίδιος πλέκεται σ’ αυτά. Ο ηθοποιός τονίζει την απόμακρη και διστακτική πλευρά του χαρακτήρα του χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στις συναισθηματικές στιγμές. Η Αννίτα Σαντοριναίου πλάθει μια Λεονόρα με γυναικείο συναισθηματισμό και συνάμα δυναμισμό στο χαρακτήρα, διατηρώντας επιτυχώς και τις κωμικές στιγμές της και διαχωρίζοντας με μαεστρία το έμπα και το έβγα του στημένου ρόλου της. Ιδιαίτερα εντυπωσιακά ήταν τα στιλιζαρισμένα κωμικά στοιχεία με τα οποία ξεδιπλώνει το διπλό ρόλο του πιστού φίλου Λεόν και στη ζωή άσημου ζωγράφου ο Ανδρέας Τσουρής, χωρίς να παραμελεί τις ανθρώπινες πτυχές στο χαρακτήρα του ήρωά του. Με παιγνιώδη ανεμελιά και το μελαγχολικό τραγούδι, με γαλλική εκφορά, μεταφέρει στη σκηνή άρωμα Παρισιού. Η Λένια Σορόκου φτιάχνει με λεπτότητα και μέτρο τη μορφή μιας συντηρητικής κυρίας και ταυτόχρονα στοργικής μητέρας και γιαγιάς. Έμφαση στο κωμικό στοιχείο δίνει στην ερμηνεία της η νεαρή ηθοποιός  Μαρία Μαργέτη στο ρόλο της Βιργινίας, της εικονικής κόρης. Και τέλος, ως πειστικός εκπρόσωπος της νέας γενιάς των μηχανών και της απόρριψης της καθεστηκυίας τάξης παρουσιάζεται στο ρόλο του Πάολο ο Ορέστης Σοφοκλέους.

Πολύ λειτουργική και αισθητικά ολοκληρωμένη λύση για την απαιτούμενη ανάπλαση του χώρου της Νέας Σκηνής έδωσαν τα σκηνικά του Λοΐζου Λοΐζου. Στην ευκρίνεια των χαρακτήρων και την ατμόσφαιρα του έργου έχουν συνδράμει και τα κοστούμια της Μαρίζας Παρτζίλη. Η μουσική του Σάββα Σάββα, που εντάσσεται και ο ίδιος στην ομάδα από το σκηνοθέτη, συμβάλλει λειτουργικά στην εξέλιξη επί σκηνής και στηρίζει τις κωμικές και τραγικές της εκφάνσεις.

Βασίλκα Χατζήπαπα

 (Το κείμενο που μας απόστειλε η Βασίλκα Χατζήπαπα πρωτοδημοσιεύθηκε το 2005 στην εφημερίδα Πολίτης)