Σημεία κοινού/ Ορίζοντας

Σχόλιο για το βιβλίο: Δώρος Γεωργίου Γλωσσηματικά,  Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, 2022

Για το πρώτο βιβλίο του Δώρου Γεωργίου «Ουμάμι», που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια, κι αυτό από τις εκδόσεις «Τεχνοδρόμιο», μεταξύ άλλων του έγραφα:  «…Ο Δώρος Γεωργίου μας διηγείται ιστορίες από τη ζωή του. Το κάθε ποίημα και μια ιστορία που όταν τελειώνει, μένεις για λίγο σιωπηλός και τη σκέφτεσαι. Την ξαναδιαβάζεις και ανακαλύπτεις νέες οπτικές που υποστηρίζουν την αρχική σιωπή σου. Πριν πας στο επόμενο ποίημα, λες, «αυτό συνέβη και σε μένα». Εκεί είναι που η προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε πανανθρώπινη, δικαιώνεται ο ποιητής και συγχρόνως τινάζει στον αέρα τα περί «ποιητών δωματίου» και τους διάφορους «ισμούς», και παραμένει στην αρένα μόνο το δίδυμο «καλός-κακός ποιητής».

Γράφοντας τις ιστορίες του, συγχρόνως χαρτογραφεί τις ευαισθησίες του, το πως δηλαδή αντιλαμβάνεται και κατανοεί τον περιβάλλοντα χώρο. Η αντίληψη και η κατανόηση του χώρου, είναι βασικά η ειδοποιός διαφορά ενός ανθρώπου από τον άλλο, και στην ποίηση, ενός ποιητή από τον άλλο.  Ο Δώρος απομυθοποιεί γεγονότα, πρόσωπα και συμπεριφορές. Δεν το κάνει όμως εύκολα και με θυμό. Η διαδικασία είναι βασανιστική και την περιβάλλει με αγάπη και έγνοια, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Οι εκπλήξεις και οι ανατροπές διατρέχουν τα ποιήματά του. Με κομμένη ανάσα συνέχεια διερωτάσαι, «μα που θα με πάρει αυτός ο άνθρωπος». Ο ποιητής Δώρος Γεωργίου είναι Ένας που νοιάζεται. Νοιάζεται για το τι πραγματικά συμβαίνει όταν είσαι μόνος, και προσπαθείς να διαχειριστείς τα ατέλειωτα που κουβαλάς μαζί σου…»

Όλα αυτά συμβαίνουν και στα «Γλωσσηματικά», με τη διαφορά πως εδώ ο Δώρος, μας μιλά σε τρίτο πρόσωπο, και μας διηγείται ιστορίες του παππού του Θοδωρή, στον οποίο είναι αφιερωμένη και που όπως μου ανάφερε ο ίδιος «ήταν και ο μοναδικός πατέρας που γνώρισα παιδί και του οποίου ο θάνατος, με κάποιο τρόπο, την ενημερώνει άμεσα». Η ματιά του όμως, οι ευαισθησίες και η αισθητική του, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το «γίγνεσθαι», παραμένει ο ίδιος, κοφτερός και αμείλικτος.


Πριν κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμά μου, θα ήταν παράλειψη, από φόβο, ίσως και δειλία, να μην αναφερθώ και να σχολιάσω μια σημαντική παράμετρο, που διατρέχει όλα τα ποιήματα των «Γλωσσηματικών», και είμαι σίγουρος πως απασχόλησε και θα απασχολήσει όλους τους αναγνώστες της δουλειάς του Δώρου Γεωργίου, και δεν είναι άλλη, από την ευρεία χρήση λέξεων που ξεφεύγουν από το καθημερινό μας λεξιλόγιο.

Φυσικά, σημειώστε το «φυσικά», κι άλλοι ποιητές πριν από τον Δώρο χρησιμοποιούν, άλλοι λίγο κι άλλοι περισσότερο, ένα πιο «δύσκολο» λεξιλόγιο. Πρόχειρα ας θυμηθούμε τον Νίκο Καρούζο, τον Μιχάλη Παπαδόπουλο, τον Χρίστο Χατζήπαπα, τον Πάμπη Αναγιωτό, τον Κυριάκο Αναγιωτό κ.α. Είναι λοιπόν συχνό φαινόμενο, η χρήση λέξεων εκτός του καθημερινού λεξιλογίου. Άλλωστε «το ποίημα» είναι μια αρένα που δοκιμάζονται τα πάντα και το ποιητικό αποτέλεσμα σώζει, μόνο αυτά, που αξίζουν να σωθούν. Η διαφοροποίηση του Δώρου Γεωργίου από τους προαναφερθέντες, είναι ότι χρησιμοποιεί ακόμα ένα ψηλότερου βαθμού δυσκολίας λεξιλόγιο, αναγκάζοντας την πλειοψηφία των αναγνωστών του, να ανοίγει συνέχεια το λεξικό του έξυπνου κινητού του.  Από τα πιο πάνω προκύπτουν δύο ερωτήματα. α) Γιατί το κάνει αυτό; β) Λειτουργεί μέσα στα ποιήματα;

Πριν απαντήσουμε, πρέπει να έχουμε υπόψη κάποιες παραμέτρους του ποιητή, που δεν χρειάζεται να τον γνωρίζεις προσωπικά για να όπως αναγνωρίσεις, αλλά βγαίνουν αβίαστες όπως παρατηρητικούς, από όπως αναρτήσεις του στο διαδίκτυον. Ο Δώρος μπορεί και αυτοσαρκάζεται. Ο Δώρος είναι βαθύς γνώστης του «γίγνεσθαι» στον περιβάλλοντα του χώρο. Ο Δώρος αρέσκεται στο «παίζειν». Και τελευταίο, αλλά πρώτο στην ποίηση, ο Δώρος κατέχει την «αίσθηση» της αισθητικής.

Ερχόμαστε λοιπόν στο πρώτο ερώτημα, γιατί ο Ποιητής χρησιμοποιεί ακόμα ένα ψηλότερου βαθμού δυσκολίας λεξιλόγιο στη νέα του ποιητική συλλογή.  Όπως ανάφερα πιο πάνω, «το ποίημα» είναι μια αρένα, όπου δοκιμάζονται τα πάντα. Είναι ένα πειραματικό εργαστήριο, όπου ο ποιητής-αλχημιστής, επιδιώκει ανακαλύψει την φιλοσοφική λίθο, μέσω όπως οποίας θα πετύχει τους δύο βασικούς του στόχους, τη μετατροπή των μη πολυτίμων μετάλλων σε χρυσό και την παρασκευή του ελιξίριου όπως ζωής που θα εξασφάλιζε την αθανασία.


Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι απλή. Έχει την εντύπωση, ή νομίζει ο ποιητής, ότι με την μέθοδο που ακολουθεί σε αυτή την ποιητική συλλογή, θα του «φέρει χρυσό και αθανασία». Για να πετύχει όπως όπως στόχους του, πρέπει να απαντηθεί και το δεύτερο ερώτημα. Λειτουργεί η μέθοδος αυτή στα ποιήματα; Έχει ποιητικό αποτέλεσμα; Τα δικά μου σχόλια για τα «Γλωσσηματικά», όπου αναδύεται και η απάντησή μου στο πιο πάνω ερώτημα, είναι περίπου τα εξής:

Δεν το κρύβω, πως με ξάφνιασε η πρώτη ανάγνωση και με προβλημάτισε. (Σε αυτό το σημείο υπάρχει ο κίνδυνος, πολλοί αναγνώστες να το εγκαταλείψουν). Μου έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα ερωτήματα περί ποιήσεως. Σκέφτηκα όμως, πως οι απαντήσεις  όλες βρίσκονται στο ίδιο το βιβλίο. Έτσι συνέχισα και σε μια δεύτερη ανάγνωση. Τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν. Στην τρίτη άνοιξα και το λεξικό του έξυπνου κινητού μου. Μετά, η σχέση μου με τα ποιήματα γινόταν όλο και πιο οικεία. Μου αποκαλύπτοντο και με προκαλούσαν με αναίδεια, να τα ακολουθήσω και γευτώ την άγρια τους ομορφιά. Ένιωθα πως κάθε αντίστασή μου ήταν μάταιη κι έτσι αφέθηκα.

Μπήκα λοιπόν με κάποια στο Υπουργείο Παιδείας. Ήταν «χάρμα ιδέσθαι», να βλέπεις τα ροπαλοφόρα ποιήματα να εισβάλουν στα γραφεία των καρεκλοκένταυρων και να εκπαραθυρώνουν αυτούς τους ασεβείς δολοφόνους του πνεύματος και του χρόνου των μαθητών. Με κάποια σε άλλα υπουργεία, στη βουλή, όπου κτύπησαν στα αχαμνά τους  ομοφοβικούς και τους ρατσιστές, στην εισαγγελία, στο ΕΒΕ, στο ΚΕΒΕ, και σ’ όλες τις δομές όπου εκκολαπτόταν το «this is Cyprus». Με κάποια άλλα, σε σπίτια, όπου άνοιγαν τα κεφάλια του σπιτικού φασισμού. Όμως όλα τα ποιήματα, μπήκαν σε χώρους σκοτεινούς κι αγκάλιασαν όπως φοβισμένους.

Η απάντησή μου στο δεύτερο ερώτημα είναι πάλι απλή. Πρόκειται για μια σπουδαία συλλογή, που κατορθώνει να συνδυάσει όλα όσα ανέφερα πιο πάνω, με μια ψηλή αισθητική και να φέρει το ποιητικό αποτέλεσμα, που δικαιώνει τον ποιητή για τις επιλογές του.  Να λοιπόν που ο ποιητής Δώρος Γεωργίου με ξανακερδίζει. Κι όπως έγραψα παλιά, στην πρώτη ανάρτηση μου στο Facebook για τον Δώρο, με αναγκάζει με τα «Γλωσσηματικά», να το επαναλάβω. «Σημειώστε το όνομα αυτού του ποιητή.»


Μάριος Αγαθοκλέους

Ο Άγιος Ζενέ

Την Αντιγόνη, την πείραζε μικρή ο αδελφός της.

Αυτή, για να τον εκδικηθεί, φυσιοδίφης καθώς ήταν,

καιροφυλακτούσε, για τα σαρκοϐόρα φυτά του Πακτωλού,


κονιορτοποιώντας τα ψήγματα χρυσού

μες στην αχλή της νύχτας.

 

Ενδότερα, με διαπρύσιο τρόπο, πολύ προσωπικό,

μηχανορράφησε την τέλεια παγίδα.


Έϐαλε το πολύτιμο μετάλλευμα καταπίστευμα στα σκέλια της

και στη θέση του έβγαλε φωνή ρηξικέλευθη.

Ευεπίφορη στην ίδια της την παράφορη ύπαρξη,

σχεδίασε θάνατο κίβδηλο, έτσι παρακωλύοντας


τη γενική κατακραυγή που αυτό θα επέφερε.

 

Δύστοκη, αφού ακόμη και με αγαστό,

μα προπάντων πεθαμένο αδελφό,

δύσκολα θα ’κανε παιδί που θα ’χε κάποιο μέλλον


 

Διάπλασης Χρονιά

Ίσως να έπαιρνε τους μαθητές του εκδρομή,

όχι σε θάλασσες και κάμπους

μήτε σε δάση και κέντρα αναψυχής.

Του Μπεργκ τη Λούλου να τους έδειχνε,


έστω μια φορά, κι ας τον απέλυαν μετά,

όταν εκείνα τα παιδιά

που στο σχολείο ποτέ δεν τα ’παιζαν,

θα σχημάτιζαν όχλο ακυβέρνητης συμμορίας


επευφημώντας κρεμάμενα απ’ τα κάγκελα τα μπροστινά,

παραγνωρίζοντας τον λόγο και την αιτία.

 

Τότε, στη δεύτερη την πράξη,

ανικανοποίητα πλέον και παράφρονα,


τα κακόμοιρα, θα ’θελαν να δουν,

μέχρι το τέλος, κάποιον να πονά.

Από το ’79 κι έπειτα, όλο σε παραλίες

και θέρετρα τουριστικά γυρίζουν τα παιδιά,


κι αυτά που δεν τα παίζουνε γιατί είναι μπάσταρδα,

μένουνε σπίτι παριστάνοντας τα άρρωστα

στον κάθε αντεροϐγάλτη Τζακ.

 

Βαρύτητα

Τα έκανε όλα να συμϐούν.


Τα παρατηρούσε με περίσσεια ευχαρίστηση

καθώς συνέϐαιναν.

Κάποτε, όλα του τα βάσανα

τα σκέπαζε το εμϐαδόν


μιας παιδικής κουϐέρτας.

Ήτανε βιαστικός της ζωής.

Έϐλεπε ταινίες του Αγγελόπουλου

και χασμουριόταν.


Μέχρι να πέσει το φτερό

καταλάϐαινε την ανιδιοτέλεια του αέρα.

Την εγράφε με μαθηματικές πράξεις αιώνιες,

εκείνη την ημέρα.


Εκείνη την ημέρα πεθάναν κι οι άγγελοι.

Για να τους τιμωρήσει,

έμαθε παπαγαλία τη ροή των ρευστών: στρωτή και τυρϐώδης.

Άλλοτε τους βλασφημούσε μ’ απαξίωση,


κι άλλοτε με θυμό.

Χαλκέντερος, έχτισε ειδικό στέγαστρο

για να γλιτώσει από καθαρούς ουρανούς

και επικίνδυνες πτήσεις.


Περίμενε να τον ξυπνήσει το χαλάζι,

μα αργούσε πολύ.

 

Χαλάλιν

Στον Βασίλη Μιχαηλίδη

 

Πρέπει να μεν έσ̆ει πολλύν τζ̆αιρόν


που τα φκιά του εγίνασιν μμάθκια

τζ̆αι τα μμάθκια του αφκιά.

Ακούει λειτουργίες τζ̆αι θωρεί τα πόθκια του,

θωρεί τα πόθκια του τζ̆’ ακούει μαλλωσ̆ιές.


Άραγες πρέπει να βλέπει τον Χριστόν χωρίς αντροπές,

όξα να τον αμπλέπει τζ̆είνος δίχα να τον λυπάται;

Πκιάννει τον σταυρόν όπως πκιάννει τες μυλλωσ̆ιές,

χαριεντίζεται με το βάρος του τζ̆αι συντυχάννει ασκήσιμα.


Ο υπόλοιπος ο κόσμος γελά για να περνά,

τζ̆είνος περνά για να γελά.

Έσ̆ει κατοικίδια έναν κροταλίαν τζ̆ι έναν πετεινόν.

Ο πρώτος έν πάντα χορτασμένος,


τζ̆ι ο άλλος ποττέ εν τον ι-ξυπνά.

Ασκήσιμα είπαμεν,

όι ασκητικά.

 

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.