Ορίζοντας/ Σημεία κοινού

Έργα και Ημέρες των Φίλων

                                                         του Α.

Με αφορμή μια Πεταλούδα και άλλα πετάγματα ανθρώπων που κυλάνε απαλά, δουλεύουν αθόρυβα στα γραφειάκια τους, στις παραλιακές Αρμονίες, στις γωνιές της πόλης και όχι μόνο, θα ήθελα να πω για την ευφρόσυνη χαρά να διαβάζεις έργα φίλων.

Ο αναγνώστης ξαναγράφει το βιβλίο είπαν. Ο αναγνώστης είναι ο ες αεί άγνωστος (άγνωστος;) φίλος λέω. Αυτός που συντροφεύει τα μεταμεσονύχτια, τις αφηρημάδες, τις ακαριαίες παύσεις. Ένα εξημερωμένο από τη λαχτάρα αγρίμι, ατίθασο, απρόβλεπτο. Σκασίλα μας για το φύλο και το πορτοφόλι του. Αδιάφορο αν προτιμά τον χειμώνα από το έαρ. Αμελητέες πληροφορίες η ιστορία του και η πορεία του. Είναι μια δύναμη που κάνει τις εφτά-οχτώ αράδες μας κείμενο, είτε τώρα, είτε σε χρόνο ανεξήγητο, απροσδιόριστο, χωμένο στην ασυμβατότητα του αχανούς… εφήμερου.

Η Πεταλούδα του Αντώνη ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ανοησίες. Ήταν ήδη ξέχειλο από την αρχή της χρονιάς. Μάλλον από τα τέλη της προηγούμενης: Ο Μάριος με τον Θάνατο σε ανοιχτή ζώνη (πιο λευκό θάνατο δεν ξαναδιάβασα), η Ρωξάνη με τον αδίστακτα τρυφερό Ψαλιδιστή της, ο Γιώργος με τα σύννεφα, η Μόνα με τα ταξίδια της, η Στέλλα με τις θάλασσες, η Μαρίνα με τον Ιππόκαμπο, ο Αντρέας με το άδειο, ο δρομέας με τη θέα του, ο Γιώργος με τα υπέροχα άτιτλα, ο Αλέξανδρος με τις πέτρες, κι άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα… Και μπαίνει το 19 με τον Μπάμπη και τα λεξίμαργα Δυτικά της λήθης, τον Ανδρέα και την Κβαντομηχανική (μάλλον αμηχανική) και τον Γιώργο με τους Μυστικούς του ανθρώπους (εμείς είμαστε φανεροί). Ο Χρήστος εμφανίζει κάτι έρωτες αιρετικούς (την ανορθογραφία στα δικά σου, Αργυρέ) σκέτη απόλαυση και ο Γιώργος μια κατεβασιά με τίτλο Η πλαστικότητα των μορίων (θαυμάζω τη Στέλλα που τη διείσδυσε). Ο Κώστας παίζοντας και δοκιμάζοντας ετοίμασε ένα βιβλίο κέντημα κανονικό. Ο Κυριάκος καρτερά να μπει το 20. Ο Ανδρέας έκαμε ζωγραφιές τους παιδικούς εφιάλτες μας αλλά στην ποιητική βερσιόν. Ο Αργύρης ζωγραφίζει και καπνίζει (ηλικία δεν λέει). Η Λίλη έγραψε ιστορίες για άνδρες αλλά με μια γλύκα εντελώς κοριτσίστικη. Γυναίκες από άλλη εποχή και στόφα αφηγούνται ιστορίες με τη φωνή της Κωνσταντίας.  Ο Παναγιώτης παρέδωσε μία νύφη στον ίδιο Ιούλη που επανέρχεται. Ο Αντρέας γυρίζει πλανόδιος στα εδεμικά σύνορα. Οι φίλοι γράφουν, εκδίδουν, απαγγέλλουν, παρουσιάζουν, χαίρονται όταν τους πει κάποιος μια καλή κουβέντα για το έργο τους. Ενίοτε κορδώνουν. Εντελώς παιδιά. Οι περισσότεροι με ελαφρά πρεσβυωπία. Άλλοτε σιωπούν. Θα γράφουν τώρα μάλλον. Πλούτισαν τη χρονιά μας με την πολυειδία τους.

Μα γιατί μια Πεταλούδα να γίνει αφορμή; Γιατί το πρώτο ποίημα να είναι το σώμα μας;  Και το ρήμα είμαι γιατί μπήκε τελευταίο; Η παρομοίωση μοιάζει τεχνητή. Ο ποιητής μπορεί και να μην το ξέρει πόσο, μα πόσο πιο απλά έγιναν τα πράγματα από τον αιώνα εκείνο που τα έζησε. «Στη νέα γειτονιά», φίλοι της μετακόμισης και φίλοι του διαδικτύου, φίλοι, οικείοι ξένοι. Ποιητές πεταλούδες, ευάλωτοι, εύθραυστοι, θνητοί, αγαπημένοι των λίγων, που γερνούν αλλά δεν θα μάθουν ποτέ τον χρόνο. (Ποτέ, Αντώνη, γράψε ό,τι θες. ) «Τα ποιήματά μας μεγαλώνουν μαζί μας» λοιπόν. Πεταλούδες κι εμείς, μα ας μην αφήσουμε «εκκρεμότητες αγάπης».

Τα ποιήματα των φίλων τα βρίσκω αυτές τις μέρες στις μεγάλες τσέπες του παλτού μου. Μέχρι τον Νοέμβριο κολυμπούσα μαζί τους. Θυμάμαι τις εικόνες, τη μυρωδιά, τις απολήξεις τους. Θυμάμαι τη μάγευση και την παραμυθία. Το «κομψό τίποτα». Τα υπόλοιπα θα τα λησμονήσω. Κι άμα μπει το 20 έχει ο Θεός. Θα γράψουν άλλοι άλλα. Όπως έγραψαν άλλοι πιο πριν και πιο πέρα. Ναι, «κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί», στο ίδιο σύρμα σχοινοβατούμε. Ήταν περίεργο το 19. «Αγοράζω στολίδια/ δέντρο όμως δεν μπορώ ακόμα να στολίσω/ με δανεικά Χριστούγεννα περνώ κάθε χρόνο, δανεικά/ αλλά όχι αγύριστα». Ακριβώς έτσι.

Θεγιέ μου, φύλαε τους φίλους μας που γράφουν, από τον εκφαυλισμό, τους ακκισμούς στη φθορά και τη ματαιοδοξία. Σκέπε τους άμα συλλογίζονται και άμα αποθαρρύνονται. Ελέησον γενικώς την απόκλιση και την παιδική επιμονή τους να γράφουν ό,τι σκεφτούν και να τρέχουν μετά να αριθμούν τις σελίδες με τα ποιήματα, τα στοιχισμένα. Αυτά τα… «ας τα πούμε αηδόνια».

Κύριε ελέησον το χέρι που γράφει και τα εύφωνα κελαηδίσματα των φίλων μας.

Νένα Φιλούση